Κυριακή στο Ζάππειο

kyriaki-sto-zappeio

Άνοιξη ήταν. Σίγουρα. Ναι, ναι! Κατ’ αρχάς, φορούσε εκείνη την ωραία πιε-ντε-πουλ ζακέτα που της είχε χαρίσει η ξαδέρφη της η Στέλλα… κι ετούτη η ζακέτα, μπορεί να ‘ταν χοντρουλή κι αρκετά μακριά –σαν ημίπαλτο, πες– αλλά δε βαστούσε καθόλου το κρύο. Δεν το ‘κανε μια φορά το λάθος και ξεγελάστηκε με τον ήλιο τον χειμωνιάτικο και βγήκε έξω μ’ αυτή τη ζακέτα κι έπεσε μετά δυο βδομάδες με πνευμονία βαριά στο κρεβάτι; Τότε που μερόνυχτα πάνω απ’ το προσκεφάλι της ήταν η Φροσούλα –καλή της ώρα, τι να γινόταν; Χάθηκαν από τότε που παντρεύτηκε και μετακόμισε σε διαμέρισμα, τεσσάρι, παρακαλώ…

Αλλά άσε τη Φροσούλα τώρα, θα ‘ρθει κι η σειρά της, όλα στην ώρα τους –κι από τότε, από τότε, λέω, με την πνευμονία, η ζακέτα έμπαινε στην ντουλάπα μετά του Άη-Δημήτρη κι έβγαινε ξανά του Ευαγγελισμού. (Στη ντουλάπα κρεμούσε σε μια γωνιά τα ντεμί-σεζόν, να τα ‘χει πάντα εύκαιραॱ αυτά, δεν έμπαιναν στις ναφθαλίνες μαζί με τα καλοκαιρινά ή τα χειμωνιάτικα, αναλόγως, όταν ήταν η ώρα να γίνει αυτή η δουλειά).

Continue reading «Κυριακή στο Ζάππειο»

Advertisements

Μία ιστορία της οθόνης

mia_istoria_tis_othonis

Ο Αντώνης καμάρωνε την ομορφιά του στον καθρέφτη του μπάνιου. Κόντευε να πιάσει τα σαράντα, αλλά ένοιωθε πολύ νεότερος –έμοιαζε πολύ νεότερος, σωστά;
«Σωστά, αγόρι μου!», είπε στον εαυτό του και χαμογέλασε στο είδωλό του.

Από τότε που χώρισε, το μόνο που τον στενοχωρούσε πότε−πότε ήταν που δεν είχε τον Πάρη του κοντά, όταν γύριζε απ’ το γραφείο. Όταν δεν άκουγε τη φωνούλα του να παραπονιέται για τη δασκάλα στο σχολείο κι αυτός να του λέει «με σε νοιάζει, άρχοντα! Θα καθαρίσει ο πατέρας σου!» –και καθάριζεॱ με τον τρόπο του!

Περνούσε απ’ το σχολείο, έριχνε δυο τρία γλοιώδη κομπλιμέντα στη δασκάλα –άει μωρή πατσαβούρα, από μέσα του– κι αυτό ήταν: είχε κάνει το καθήκον του.

Κατά τ’άλλα, πολύ, μα πολύ καλύτερα ήταν τώρα! Σιγά, τη Σοφία!

Continue reading «Μία ιστορία της οθόνης»