Memorial, λέμε!

memorial

Σου ‘χω θέμα ν’ ανοίξει η καρδιά σου! Είναι, βλέπεις, μερικά πράγματα που δεν μπορεί να τα τραβάει μόνος του ο άνθρωπος, διότι όσο τα σκέφτεται παραμιλά, τον βλέπουν στο δρόμο οι περαστικοί κι αλλάζουν πεζοδρόμιο –κι άντε να βρει το δίκιο του, μετά.

Εάν έκανες μιαν, έστω γρήγορη, ανάγνωση στα σχόλια του «Δελτίου Θυέλλης #6» (εκεί που η Αρτίστα άνοιξε το πρώτο μπουκάλι!) ίσως είδες ότι την Κυριακή που πέρασε, η γράφουσα είχε πάει σε μνημόσυνο και τσάκισε το κονιακάκι (της παρηγοριάς).

Άντε, εβίβα βρε, και ξεκινώ!

Δεδομένου ότι σου έδωσα στοιχεία για το χρόνο, θ’ αφήσω φλου τον τόπο, λόγω του ότι το διαδίκτυο είναι μέγας ρουφιάνος, ποτέ δεν ξέρεις ποιος σε διαβάζει και πώς μπορεί μια, ήδη περίπλοκη κατάσταση, να γίνει μαλλιοκούβαρα!
Να σου πω όμως, ότι πρόκειται για περιοχή εντός Αττικής που, μέχρι πριν λίγα χρόνια, την έλεγες και χωριό. (Μην μου αρχίσεις τις μαντεψιές, διότι δεν θα επιβεβαιώσω αλλά ούτε και θα διαψεύσω).

Άσχετο: στο μεταξύ, μαζεύω υλικό για το 7º Δελτίον Θυέλλης, στο οποίο η Βιολέτα θα παρέμβει δυναμικά προκειμένου να καταθέσει τα παράπονά της για τη «διεύθυνση» του παρόντος ιστολογίου, κι όπως και να το κάνεις, τόσο η θεματολογία των «Δελτίων», όσο και η Βιολέτα μόνη της, αποτελούν αιτίες μεγίστης ταραχής!

Πού είχαμε μείνει;
Α, ναι! Καταρχάς να σου πω (αν δεν το γνωρίζεις ήδη, διότι μπορεί να είσαι καινούργιος/α στην παρέα) ότι δυο φορές κι έναν καιρό, υπήρξα έγγαμη. [Ένα το κρατούμενο]
Από το δις εξαμαρτείν, προέκυψε η θυγατέρα (το γνωστό, πλέον, μπαρουτοκαπνισμένο του Καλάμου). [Δύο τα κρατούμενα]
Το 2016 μας πήγε καρότσι (αλλιώς λέγεται στην καθομιλουμένη, αλλά ας μην το κάνουμε γηπεδική θύρα το θέμα). Αυτό το καρότσι, λοιπόν, περιελάμβανε και δύο θανατικά. Το ένα εξ αυτών ήτο της τέως πεθεράς μου –εσαεί γιαγιάς του παιδιού μου. [Κρατούμενο τρίτο και τελευταίο].

Μ’ ετούτα και μ’ εκείνα, σ’ έφτασα ομαλά στο προκείμενο.
Αν έχεις ιδέα από μικρές, κλειστές κοινωνίες, θα γνωρίζεις ότι κάθε γάμος, βαφτίσι, κηδεία, μνημόσυνο (όλες οι χαρμολύπες, τέλος πάντων) αποτελούν κοινωνικά γεγονότα. Η αφελής, το γνώριζα εξ ακοής, μέχρι που διέπραξα το ατόπημα με τον δεύτερο γάμο μου. Δεν είναι της παρούσης να σου περιγράψω το γάμο, δεν είναι και της αντοχής μου, πλέον!

Με συνοπτικές, πάμε στο μνημόσυνο (γενικώς) κι εν συνεχεία στο συγκεκριμένο, ειδικώς!

  • Η ημερομηνία, από τον καφετζή της κεντρικής πλατείας (αυτός είναι ο έχων το γενικό πρόσταγμα, για να μην τρέφεις αυταπάτες!), κλείνεται ένα χρόνο πριν (αμέσως μετά την κηδεία, για να στο κάνω πιο ξεκάθαρο και σαφές)!
  • Στο ενδιάμεσο, αρχίζουν οι συνεννοήσεις με το γραφείο τελετών (κάτι σε «τελεταί Μπούκουρας» #not, αν έχεις υπ’ όψιν σου, ένα πράγμα!)
  • Οι ενημερώσεις για τον ακριβή χρόνο τέλεσης του μνημοσύνου, αρχίζουν τουλάχιστον ένα μήνα πριν (να το μάθουν κι όσοι διακοπεύουν, μην πουν μετά ότι δεν ενημερώθηκαν και γι’ αυτό δεν ήρθαν, «αχ, καλέ, πού να το μάθουμε; Λείπαμε!» Έλειπαν–δεν έλειπαν, «φεϊσμπούκ έχετε όλοι, άντ’ από ‘κει χάμου που δεν το μάθατε!»
  • Κάνα εικοσαήμερο πριν, πλακώνουν τα τηλεφωνήματα για ραντεβού σε κομμωτήρια και κομμώτριες κατ’ οίκον, μην τυχόν και πάνε οι γυναίκες σαν τις ξεπουπουλιάρες –και τι θα πει ο κόσμος! (Ο κανονικός κόσμος, λογικά, δεν θα πει τίποτα, διότι κοιτά να παραστεί, να κάνει το καθήκον του απέναντι στους συγγενείς του νεκρού –καθότι ο νεκρός, αυτός καθεαυτός, χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει κι από ‘δω πάν’ κι οι άλλοι–, να πιει το καφεδάκι του, να μπουκωθεί και δυο τρία παξιμάδια και να πάει στο καλό ή στο επόμενο μνημόσυνο!)
  • Την εβδομάδα που προηγείται του γεγονότος, οι πολύ θρήσκοι νηστεύουν για να κοινωνήσουνॱ στο μεταξύ μπορεί να σε φλομώσουν στο ψέμα, να κατεβάσουν καντήλια στα φανάρια, όταν υπάρχει μπροστινός που δεν γκαζώνει ταυτόχρονα με το πράσινο, να θάψουν πιο βαθιά κι απ’ τον νεκρό «τη σουρλουλού την κόρη της απέναντι που ξεπόρτισε στις 11 το βράδυ, Θου Κύριε», να δώσουν στεγνά τον Πακιστανό που τους ξεχορτάριασε την αυλή επειδή «μάλλον δεν έχει άδεια!»
  • Την ημέρα του γεγονότος, οι στενοί συγγενείς πιάνουν στασίδι στο ναό από τα χαράματα, κι εποπτεύουν το χώρο τσεκάροντας παρουσίες κι απουσίες –κυρίως!

Ένα μήνα πριν, με το που αναρτήθηκε στο φεϊσμπούκ η ακριβής ημερομηνία του μνημοσύνου, η γράφουσα και το ἐν Καλάμῳ –τότε– τέκνον αυτής, περιήλθαν σε μεγάλη περισυλλογή, καθόσον τις βρήκε αμφότερες ο ντουβρουτζάς!

— «Πρέπει να πάμε…»
— «Εσύ πρέπει να πας!»
— «Κι εσύ πρέπει να με πας!»
— «Να πας με τον πατέρα σου!»
— «Τι λες, μωρέ;! Αυτός θα πιάσει στασίδι απ’ τον… όρθρο!»
— «Μήπως αν εκείνη τη μέρα σε πιάσει η κοιλιά σου… και τη γλιτώσουμε κι οι δύο;»
— «Φτηνή δικαιολογία, ούτε η θεία που είναι πιο αφελής κι απ’ την αρμπαρόριζα δεν θα το φάει!»
— «Εμμέσως πλην σαφώς λες κι εμένα πιο αφελή κι από την αρμπαρόριζα κι αυτό δεν το ανέχομαι!»
— «Βρες μια πιο σοφιστικέ δικαιολογία, τότε!»
Μια χαρά ήταν η δικαιολογία μου. Και καταλήξαμε ότι έπρεπε να πάμε. Στο καφενείο.

Την ημέρα του γεγονότος του συγκεκριμένου, βρεθήκαμε στο καφενείο της πλατείας, άγνωστες μεταξύ αγνώστων, να ρωτάμε –και να μας κοιτούν καχύποπτα–  «πού κάθονται για το μνημόσυνο της …;»
— «Εσείς τι είστε;»
— «Εχμ…»
— «Η εγγονή της», έσωσε την κατάσταση το αστέρι μου.
Και δώσ’ του τα συγχαρίκια για την σχολή και «αχ, πώς μεγάλωσες, σε θυμάμαι τόοοσο δα» και «αχ, πού ‘ναι η γιαγιά να σε καμαρώσει;» και «σου στέλνει τις ευχές της από ‘κει ψηλά» («εκεί ψηλά», τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, είχε μια λιακάδα του τσακισμού, να την κοιτάζεις και να στραβώνεσαι, σαν τον Τραμπ την έκλειψη –που είδαμε και στο Δελτίον Θυέλλης #6).
— «Γιατί δεν είναι κανείς εδώ; Μήπως αργήσαμε;», ρώτησα με ελπίδα.
— «Μπα! Σε κάνα εικοσάλεπτο θα τελειώσει! Καθίστε, καθίστε στο τραπέζι των συγγενών!»

— «Άσ’ το κονιάκ κάτω, δεν κάνει!»
— «Άσε με ‘συ, κάτω!»
— «Θα το πω στον Λάμπρο!» [Μην πάει στο πονηρό το μυαλό σου, ο εν λόγω Λάμπρος είναι ο γνωστός κι από άλλα κείμενα, ιατρός μου!]
— «Μ’ αφήνει!»
— «Δεν σε αφήνει!»
Στράφηκε θυμωμένη στα παξιμαδάκια (τα οποία, επίσης δεν επιτρέπεται ν’ αγγίξω, αλλά ούτε και είχα την πρόθεση), ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της, μου έριξε μια επιτιμητική ματιά, της την ανταπέδωσα και γυρίσαμε κι οι δύο εκεί που πριν ήταν τα τραπεζάκια, το πλακόστρωτο της πλατείας, τα φθινοπωρινά φύλλα, το κενό…

…Και τώρα μια τεράστια ουρά, μ’ επικεφαλής τον πατέρα του παιδιού μου και την αδελφή του (στα μαύρα, σαν τις καλιακούδες, αμφότεροι!) Ο ορυμαγδός δεν μου επέτρεπε να διακρίνω τι ακριβώς μας ρωτούσαν –σε ρυθμό πολυβόλου, εξάλλου– κι έκτοτε, το μόνο που θυμάμαι είναι:
•  τον καφετζή να μπαστακώνει στο τραπέζι μας μια φωτογραφία, τεραστίων διαστάσεων, της  εκλιπούσης, παραμερίζοντας τη μποτίλια με το κονιάκ μου,
το τσιγάρο μου να σιγοκαίγεται στο σταχτοδοχείο,
το παιδάκι μου να δέχεται συλληπητήρια μαζί με συγχαρητήρια
κι εμένα ν’ ακούω τ’ απίθανα (από «με θυμάσαι, καλέ;! Ποιος είμαι εγώ;!» μέχρι «να ζήσεις να θυμάσαι τη γιαγιάκα σου! Την ευκή της να ‘χεις!» –το οποίο κι έκανε τη θεία του παιδιού μου να πρασινίσει πιο πολύ κι από την αρμπαρόριζα, που λέγαμε πιο πάνω!)

Άλα! Άνοιξε κι άλλη μπουκάλα!

Το σούσουρο, μετά τις χαιρετούρες, θύμιζε μελισσοκομείο! Στραμμένοι όλοι δε, στο «τραπέζι των συγγενών», τάχα μου διακριτικά –αλλά, μόνο ποπ κορν που δεν είχαν πάρει– να τσεκάρουν αν μιλάμε μεταξύ μας κι αν ναι, πώς, τι κλίμα επικρατούσε, αν θα πιανόμασταν μαλλί με μαλλί (ίσως)… Το μόνο διαθέσιμο θέαμα ήμασταν, εγώ που γέμιζα το ποτηράκι μου με κονιάκ και το κατέβαζα σαν σφηνάκι, και το μπαρουτοκαπνισμένο να με απειλεί… κατ’ εξακολούθησιν, ότι θα με μαρτυρήσει στον Λάμπρο!

• • •

Θεωρώ δικαίωμα του καθενός να τιμά τους νεκρούς του με όποιον τρόπο πιστεύει ότι τον αντιπροσωπεύει και τον κάνει να αισθάνεται καλύτερα.
Επίτρεψέ μου, ωστόσο, να θεωρώ «εκδηλώσεις» σαν την παραπάνω, καραγκιοζιλίκια. Όπου με αφορμή και άλλοθι έναν νεκρό, οι εκκλησίες γίνονται τόποι «κοινωνικού σχολιασμού», επίδειξης ρουχισμού και καλλωπισμού, ενώ τα παρουσιολόγια και απουσιολόγια αποτελούν σοβαρό λόγο διατάραξης –διάσπασης ή και διάλυσης– οικογενεικών ή και φιλικών δεσμών και σχέσεων.

Κατά την ταπεινή μου άποψη, το καλύτερο μνημόσυνο για τους ανθρώπους μας που «έφυγαν», είναι να τους κρατάμε ζωντανούς στη μνήμη και την καρδιά μας. Καθένας τους, άλλωστε, κατέχει ένα μικρό ή τεράστιο κομμάτι εκεί μέσα κι αυτό, είναι ό,τι δεν χάνεται μέχρι να σβήσουν και τα δικά μας μάτια.

Υστερόγραφο: Αν θέλεις, ψηφίζεις στο poll του ιστολογίου για την καύση των νεκρών.


• Vector source: Depositphotos.com | ©macrovector, ID 143919039

 

Advertisements

17 thoughts on “Memorial, λέμε!

  1. Τι είναι το poll;
    Γιατί χρόνια τώρα έχω «γραφτεί» για την καύση των νεκρών που όσο αισιόδοξη και αν με έχει κάνει η φύση, δεν βλέπω την εκκλησία ν’ αποτελειώνει το υποτιθέμενο κρεματόριο… και με βλέπω να με τρέχουν στη Βουλγαρία! (λυπάμαι τα παιδιά μου που θα πρέπει να πληρώσουν!) 😉
    Θεωρώ τον εαυτό μου (εξαιρετικά) τυχερό που στην οικογένεια μου, «ξεχνούμε» τα μνημόσυνα και λοιπές εκδηλώσεις θλίψης μια και υπήρξαν οι περισσότεροι αιωνόβιοι… (πατέρας στα 98, η αδελφή του 99, η ξαδέλφη της 98) και άσε που δεν φημίζεται καθόλου η οικογένεια για τα τις θρησκευτικές της υποχρεώσεις! 😛
    Και συμφωνώ με:
    «Κατά την ταπεινή μου άποψη, το καλύτερο μνημόσυνο για τους ανθρώπους μας που «έφυγαν», είναι να τους κρατάμε ζωντανούς στη μνήμη και την καρδιά μας»…

    ΑΦιλάκια και στην υγειά μας, (χωρίς αλκοόλ) ! 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Αφετηρία, πάντα, αυτός ο (ακόμη ανεφάρμοστος) διαχωρισμός Κράτους−Εκκλησίας…

      Δεν τις «ξεχνώ» απλώς, το έχω καταστήσει σαφές. (Δεν απέφυγα τη θρησκευτική κηδεία και ταφή για τη μαμά μου, 16 1/2 χρόνια πριν, μα δεν θα ξεχάσω την −οικονομική αλλά και ηθική− εκμετάλλευση από «τελετάρχες» και παπαδαριό!)

      Περί καύσης… στο γενικό σχόλιο, στο τέλος, αφού απαντήσω με τη σειρά σε όλα τα δικά σας σχόλια!

      Πολλά φιλιά, Στεφανία μου! ❤ (Ούτε που ξέρω πότε θα ξαναβρέξω τα χειλάκια μου με αλκοόλ!)

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Αν ήξερες πόσο σε καταλαβαίνω…
    Είσαι φοβερή και καυστική όσο δε πάει. Με κάνεις και γελάω με τα πιο τραγικά γεγονότα που μας συμβαίνουν, που λίγο-πολύ είναι κοινά να ξέρεις. Κοινές οι «αρμπαρόριζες» και τα σουαρέ στα καφενεία και τα ποπ-κορν μπροστά στο τραπέζι των συγγενών κι όλα αυτά τα κωμικοτραγικά που ακόμα τα διαιωνίζουμε.
    Και το χειρότερο όλων, είναι ότι βάζουμε στη μέση αυτά τα έρμα τα παιδιά, που αντί να τους δίνουμε μαθήματα ήθους και ανωτερότητας, αντί να τα αποφορτίσουμε απ’ τη ζόρικη εμπειρία τέτοιων τελετών και να τους ξαλαφρώσουμε την ψυχούλα τους, πέφτουμε σαν τα κοράκια πάνω τους και τα λιανίζουμε. Βάζω και τον εαυτό μου μέσα, γιατί όταν χρειάστηκε να τα προστατέψω από τέτοιες υστερίες και να επιβάλω την απουσία τους, στην πιο τρυφερή τους ηλικία, τα παρέδωσα στα όρνια και ζήσανε την πιο τραυματική τους εμπειρία. Λάθος μέγα!
    Όσο για την καύση ή μη, γνώμη μου είναι πως είναι θέμα επιλογής του -υπό αναχώρηση- ανθρώπου να διαλέξει αν θα καεί, αν θα δωριστούν τα όργανά του ή οτιδήποτε άλλο. Κι αν δεν είχαμε τα κυκλώματα που μάχονται μέχρις εσχάτων την καύση (μη χάσουν τη φάμπρικα), θα μπορούσαμε να λεγόμαστε προοδευτική κοινωνία. Γιατί το κόστος της Βουλγαρίας είναι για πολλούς δυσβάστακτο. Όχι μόνο οικονομικά αλλά και ψυχολογικά.
    Νατάσα μου εύχομαι να ήταν το τελευταίο κονιάκ σε τέτοιες «εκδηλώσεις», αυτό που ήπιες.

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Ευτυχώς, λόγω της ιδιάζουσας κατάστασης, το παιδί μου γλίτωσε εν μέρει, μόνο, τα χειρότερα (γιατί, σε γάμους − βαφτίσια το έπαιρναν πάντα… για να το «δείξουν»! Διαλέγοντάς του ρούχα −που ντρεπόταν να φορέσει γιατί ήταν πολύ «φορτωμένα», αλλά τελικά τα φορούσε…− και «επιδεικνύοντάς» το σαν κούκλα!)
      Φυσικά, λόγω… ποπ κορν, αρμπαρόριζας και λοιπών δεινών, το γεγονός ότι επρόκειτο για «χαρμόσυνα» γεγονότα, ήταν το μόνο που μπορούσε να εξομαλύνει κάπως τον τραγέλαφο!

      Για την καύση… στο γενικό σχόλιο, στο τέλος!

      Κι εγώ μού το εύχομαι, Μαρία μου!
      …Κι άλλο (τέτοιο) κακό να μην μας εύρει!

      Σ΄ευχαριστώ πολύ!
      Τα φιλιά μου!

      Μου αρέσει!

  3. Είχα κάνει κάποτε ανάρτηση στο μπλογκ για τη κηδεία μου και πολλοί θα νόμιζαν ότι κάνω πλάκα.
    Πόσο θα ήθελα να είναι διαφορετικές οι κηδείες- και τα μνημόσυνα- πάντως! Εννοώ ξεχωριστά! Όχι κατ’ανάγκη όπως τα περιέγραφα τότε ☺ http://princess-airis.blogspot.gr/2014/10/blog-post_24.html
    Φυσικά και δεν περιμένω να με πάρουν στα σοβαρά οι δικοί μου, εύχομαι πάντως, να μην ακολουθήσουν… πεπατημένες. Σε αυτά τα θέματα πιστεύω ότι ταιριάζει το «όπως αισθάνεται ο καθένας». Κατανοώ ότι οι παλιοί έτσι τα βρήκαν και είναι δύσκολο να αλλάξουν. Όμως, αν είμαι εγώ στη θέση της τεθλιμμένης, να κανονίζω κηδείες και μνημόσυνα, πολύ φοβάμαι ότι θα τσακωθώ με πολύ κόσμο! Είμαι και άνθρωπος αντιδραστικός στα «πρέπει» και στα τυπικά της εκκλησίας -όχι της πίστης. Για αυτό και δεν πάω συνήθως σε τέτοιες εκδηλώσεις.

    Για την καύση…ψήφισα. ☺
    Πολλά φιλιά Νατάσα μου 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Ε, ναι! Είχαμε ευθυμήσει με την ανάρτηση για την κηδεία σου! (Σε αντίθεση με τη δική μου, την οποία αναδημοσίευσα σήμερα, στο «Σημειωματάριο #3», που ‘χε πέσει μαύρο δάκρυ!)

      Για την καύση (και όχι μόνο, μια που ανέφερες τα περί «τεθλιμμένης»), στο γενικό σχόλιο, στο τέλος!

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Αριστέα μου, τόσο για το σχόλιο, όσο για την υπενθύμιση της ανάρτησής σου, αλλά και για την ψήφο σου!

      Πολλά φιλιά! ❤

      Μου αρέσει!

    1. Είμαι σίγουρη, Αλεξάνδρα μου, ότι θα είχες να πεις πολλά!
      Όχι, καθόλου να μην θυμάσαι ό,τι σε πονά. Άλλωστε, το παρόν ιστολόγιον είπαμε ότι ασχολείται με το γελοίον τού −κάθε− θέματος!

      Πολλά φιλιά! ❤

      Μου αρέσει!

  4. Καλό το κονιακάκι, δε λέω, αλλά βρε παιδί μου, παξιμαδάκι;
    Χάθηκε μια κόλυμπαρ, σαν αυτές που σερβίρει ο Μπούκουρας, του γνωστού Γραφείου Τελετών;
    Και καλά, αν για τα μνημόσυνα κλείνουν τις κομμώτριες 20 μέρες νωρίτερα, άμα έχουν να πάνε σε γάμο, πόσο καιρό πριν κανονίζουν το ραντεβού;
    Τέλος πάντων, ας πάω να ψηφίσω υπέρ της καύσης! Επίσης θα ψήφιζα και υπερ της πολιτικής κηδείας, αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο!
    Όπως και να έχει, αποχωρώ γελώντας σήμερα από εδώ!
    Και νηφάλια!
    Και χωρίς παραπάνω κιλά από τα λουκούμια!
    Ε, καιρός ήταν πια!

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Ευτυχής που δεν χρειάστηκε να κεράσω λουκουμάκι, σήμερα! (Όχι από γυφτιά, αντιλαμβάνεσθε!)
      Θα μπορούσα να την κάνω πιο περίπλοκη την ψηφοφορία και να συμπεριλάβω και την πολιτική κηδεία, τώρα που το λες… Αλλά είχα κατά νου το γενικό σχόλιο (στο τέλος, αφού απαντήσω μεμονωμένα).

      Τους ασπασμούς και την καλημέρα μου, Αρτίστα μου!
      Καλό Σαββατοκύριακο!❤

      Αρέσει σε 1 άτομο

  5. Αναστασία μου κοίτα να δεις, η Μανιάτισσα η Μάνα, δεν είχε κανέναν να με αφήνει και με έπαιρνε από μωρό μαζί, σε όλα τα κοινωνικά, ήθελε κιόλας επειδή είμαι και το μοναδικό της παιδί να μάθω τα έθιμα, οπότε καταλαβαίνεις (τι έχουν δει τα μάτια μου).
    Η αλήθεια είναι ότι γάμοι και βαφτίσια είναι το καλύτερο μου, γιατί και τζέρτζελο έχει και αγαπημένους ανθρώπους που λόγω υποχρεώσεων δεν βλέπεις συχνά, αλλά για εμένα σε αυτά τα events καταλαβαίνεις το ποιόν του συγγενή. Τέλος!
    Τώρα στα θλιβερά γεγονότα κι εμένα με εκνευρίζει που εκεί που εγώ ανάβω ένα κεράκι για την ψυχή του νεκρού, θα ακούσω και όλα τα κουτσομπολιά, γνωστών και αγνώστων μέχρι να φτάσω στη θέση μου.
    Για το κομμωτήριο δε, πόσο δίκιο έχεις και έρχομαι να αναρωτηθώ. Νομίζουν ότι κάθονται «εκεί ψηλά» και βάζουν βαθμούς στην εμφάνιση και την ερμηνεία;! Ήμαρτον πια.
    Θα συμφωνήσω πως το καλύτερο μνημόσυνο θα είναι να τους κρατάμε ζωντανούς στη καρδιά και το μυαλό κι όμως πολλοί στέκονται μόνο στα κοινωνικά και αυτό το ξεχνάνε. Για εμένα το καλύτερο να υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ αυτών των δύο, και πάντα με σεβασμό.
    Σε γλυκοφιλώ Αναστασία μου και εύχομαι το ’17 μέχρι το τέλος του να είναι καλύτερο από το ’16!
    ΥΓ: Τώρα πειράζει που εγώ γέλασα με τις περιγραφές σου, κατά τη διάρκεια της ανάρτησης;

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Μαρίνα μου,
      Ασφαλώς κι είναι διαφορετικά σε γάμους και βαφτίσια (τουλάχιστον είναι χαρμόσυνα γεγονότα, τις περισσότερες φορές! Π.χ., αν μπορούσε το μωρό να μιλήσει… Ή, ενίοτε, τα πεθερικά, στους γάμους!)
      Βέβαια, κι εκεί υπάρχουν άλλα ευτράπελα (μη μου βάζεις ιδέες, τώρα!)

      Δεν είμαι κατά των εθίμων, σέβομαι την επιθυμία για την τήρησή τους και μου αρέσει όταν κάθε τελετή που σχετίζεται με αυτά, τελείται με ευπρέπεια και τον δέοντα σεβασμό στην περίσταση.
      Με το κουτσομπολιό και τις «πασαρέλες» έχω θέμα! (Είναι που ‘μαι και στριφνός άνθρωπος!)

      Ίσα ίσα! Χαίρομαι που γέλασες (γελούσα κι εγώ που τα ‘χα φρέσκα και τα ‘γραφα!)

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, διπλανούλα μου!
      Φιλάκια πολλά, ευχές για όμορφο, δημιουργικό, διασκεδαστικό Σαββατοκύριακο!
      Φιλάκι και στη Μανιάτισσα μάνα!

      Μου αρέσει!

  6. Γενικό Σχόλιο

    α) Μια μικρή (αλλά σημαντική, για ‘μένα) αναφορά σε προσωπικό / οικογενειακό θέμα.
    Όπως έγραψα πιο πάνω, στη Στεφανία, δυστυχώς δεν μπόρεσα να αποφύγω τη θρησκευτική κηδεία −κι όλα τα συμπαρομαρτούντα− στο θάνατο της μητέρας μου, 16 1/2 χρόνια πριν.
    Χειρότερη όλων δε, η στιγμή της εκταφής και η «μεταφορά» των οστών σε οικογενειακό οστεοφυλάκιο. Δεν ξέρω αν υπάρχει χειρότερη ασέβεια για τον νεκρό, από την εκταφή…

    Κλωθογύριζε στο μυαλό μας, του πατέρα μου κι εμένα, η καύση. Κι όταν «άνοιξε» −νομικά− ο δρόμος, αυτή ήταν η επιθυμία του κι επιθυμία μου (στην περίπτωση του δικού μου θανάτου). Επιπλέον, σε καμία περίπτωση, θρησκευτική κηδεία.
    Σ’ όλη του τη ζωή, ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος φίλεργος, δραστήριος, αεικίνητος, με λίγους αλλά πολύ καλούς φίλους από τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Σιγά σιγά, «έφευγαν» από τη ζωή τα κοντινά και αγαπημένα του πρόσωπα: οι φίλοι, η γυναίκα του, τ’ αδέλφια του.
    Όταν, δέκα μήνες πριν, πέθανε, απευθύνθηκα σε φιλικό, ας το πούμε, πρόσωπο, για την καύση.
    Αποφάσισα δε, να μην κάνω ούτε πολιτική κηδεία (να μαζευτούμε, δηλαδή, καμιά δεκαριά και ούτε, στενοί συγγενείς, γύρω από το φέρετρο και να πούμε… τι;!)

    Το γραφείο τελετών του «φιλικού» προσώπου δεν αναλάμβανε καύση και θα απευθυνόταν σε συνεργαζόμενο γραφείο. Η «φιλική» τιμή που μου έκανε, «ειδικά» για ‘μένα ήταν… 5,000 ευρώ (δεν σου λέω ψέματα!) Ζορισμένος −τάχα− την κατέβασε (τελευταία προσφορά!) στις 4,500 ευρώ, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, ισχυριζόμενος ότι ήταν δαπανηρή η μετάφραση των εγγράφων, η μεταφορά στη Βουλγαρία, τα διαδικαστικά (αορίστως).
    Απευθύνθηκα σε άλλο γραφείο που αναλάμβανε καύση. «Τα πάντα όλα», 1,850 ευρώ (ακόμη και λουλούδια για το «τελευταίο ταξίδι».)
    Η συνεννόηση έγινε ημέρα Τρίτη, Τετάρτη η «αναχώρηση» για Βουλγαρία και Παρασκευή, νωρίς το απόγευμα, είχα την τεφροδόχο στα χέρια μου.

    Ειπώθηκαν αρκετά. Ξένισε η απόφασή μου, σχετικά με τη μη τέλεση ούτε πολιτικής κηδείας. Ξέροντας τον πατέρα μου καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο κι έχοντας κάνει άπειρες συζητήσεις πάνω στο θέμα αυτό, ήμουν εξαρχής σίγουρη ότι πήρα την ορθή απόφαση και κάθε μέρα που περνά, είμαι ακόμη πιο σίγουρη πως, αν ήταν σε θέση να ξέρει, θα χαμογελούσε ήσυχος κι αναπαυμένος.

    Και οι δύο γονείς μου μού λείπουν πολύ, όμως τους έχω διαρκώς στη σκέψη μου και −τι περίεργο!− τους αισθάνομαι δίπλα μου.
    Φωτογραφίες υπάρχουν πολλές, στα άλμπουμ και μία (μόνο) που είμαστε μαζί, οι τρεις −από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια− σε μικρού μεγέθους κορνίζα, πλάι σε λίγες άλλες, της κόρης μου.
    Στο μυαλό και στην ψυχή −το λέω και το γράφω με σιγουριά− ζουν πάντα.

    Μικρή λεπτομέρεια (όσο creepy κι αν σου φανεί)… την τεφροδόχο την έχω σπίτι μου!

    Κάποιες πληροφορίες για την καύση:
    Πολιτική κηδεία, ταφή και αποτέφρωση
    Ελληνική Κοινωνία Αποτέφρωσης | Συχνές Ερωτήσεις
    Αρθρογραφία για την αποτέφρωση | Left.gr

    β) Στο «Σημειωματάριο #3», μπορείς να πάρεις μια ιδέα από το πώς φαντάζομαι την κηδεία μου! Αναδημοσιεύω το κείμενο «Κανένας γάμος. Μόνο μία κηδεία.» από το σχετικό δρώμενο της Πέτρας (2014), στο οποίο αναφέρεται και η Αριστέα στο σχόλιό της!
    Διάβασε και τη σχετική ανάρτηση της Αριστέας μας, με τίτλο: «Η Κηδεία μου»

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Καλημέρα Νατάσα μου.
      Σε ευχαριστώ για τους συνδέσμους και την αναφορά στην δική μου «κηδεία».
      Ξαναδιαβάζοντας την παλιά σου ανάρτηση, στάθηκα στο σημείο που όταν έχεις παιδί αρχίζεις πλέον και φοβάσαι τον θάνατο. Ή αγαπάς τη ζωή ακόμα περισσότερο. Θες να ζήσεις για το παιδί σου πια, όσο το δυνατόν περισσότερο. Και σε αυτή την περίπτωση νιώθω κάθε γονιό που τρέμει τον θάνατο.
      Εγώ πάλι νιώθω ελεύθερη να τον αντιμετωπίζω κατάματα ή αστεία. Και το λέω αυτό γιατί μιλάω συχνά για τον θάνατο, και οι συνήθεις αντιδράσεις (των άλλων) με ενοχλούν, γιατί με χαρακτηρίζουν αλαφροΐσκιωτη, ασόβαρη ,για να μην πω χαζοχαρούμενη! Δεν υπολογίζουν πως το γεγονός ότι δεν έχω παιδί με κάνει πιο «ανάλαφρη» με το θέμα. Ένα από τα λίγα καλά που έχω ως άτεκνη. Και ναι, σας έχω πάρει τα αυτιά με το να αποκαλώ (και να νιώθω) τα δύο μου ανίψια παιδιά μου, αλλά δεν είναι το ίδιο. Γιατί για τα ίδια δεν είμαι η μητέρα τους ☺ κι αυτό είναι …ανακουφιστικό στη δική μου τη σκέψη.
      Χαίρομαι που την κηδεία του μπαμπά σου κατάφερες να την κάνεις όπως ήθελες. Νομίζω (πέρα από όσα είχα γράψει στην ανάρτησή μου, που έκανα χαβαλέ φυσικά) ότι η κηδεία αφορά αυτούς που μένουν πίσω. Όχι όσους φεύγουν. Δεν θα είμαι εκεί να δω και να νιώσω κάτι. Πολύ πιθανόν να είμαι στην κηδεία των γονιών μου. Αλλά δεν είμαι μόνη μου. Τα διαδικαστικά δεν αφορούν μόνο εμένα. Φαντάσου τώρα πώς νιώθω που η μαμά έχει φροντίσει να τονίσει ότι θέλει πλούσια κηδεία, έχει αφήσει γραπτές οδηγίες για το πού έχει τα της κηδείας της ( λινό σεντόνι και αντίστοιχη μαξιλαροθήκη με φίντα και δαντέλα που έχει πλέξει η ίδια, πετσετάκια (επίσης πλεχτά από τα χεράκια της) για κάτι κάτι καλάθια -δεν ξέρω καν σε τι αναφέρεται- και για τους δίσκους (ομοίως αγνοώ).

      Μου αρέσει η ιδέα της τεφροδόχου του πατέρα σου κοντά σου. Καθόλου creepy για μένα η εικόνα. Νομίζω ότι είσαι τυχερή κι ευλογημένη!
      Κι επίσης χάρηκα που θυμήθηκα το La vita è bella (το είχα βάλει κι έπαιζε όσο σε ξαναδιάβαζα- είχα καιρό να το ακούσω. Αγαπημένο κομμάτι και ταινία – από κει τιτλοφόρησα έτσι και το μπλογκ μου! ☺)

      Τέλος, να τολμήσω να ζητήσω να γράφεις πιο συχνά …. συναισθηματικά; Ξέρω ότι το παρόν ιστολόγιο έχει μια τεράστια έφεση στα γελοία της κοινωνίας μας, αλλά εμένα με το γενικό σχόλιο και την παλιά σου ανάρτηση μου θύμισες ένα κομμάτι της παλιάς Νατάσας, της Ιωάννας (Ayten Aydan) που είχα λατρέψει και μου έχει λείψει!

      Την αγάπη μου και τα φιλιά μου!
      Καλό Σαββατοκύριακο να έχεις ♥

      Αρέσει σε 2 άτομα

      1. Σχόλιο−ανάρτηση (και δεν αναφέρομαι στο μέγεθος, το ξέρεις ότι τα απολαμβάνω αυτά τα σχόλια!) για όλα όσα γράφεις, περιγράφεις, μοιράζεσαι…

        Ίσως η πιο ζόρικη ερώτηση που μου έκανε η Όλγα, σε μικρή ηλικία, ήταν «τι σημαίνει ότι κάποιος πεθαίνει; Πού πάει; Μας βλέπει; Τον βλέπουμε;» Κι έκτοτε, κάθε τόσο… «μαμά, δεν θέλω να πεθάνεις ποτέ!» Και το χειρότερο; «Δεν θέλω να πεθάνεις πριν από ‘μένα.»
        Άντε, μετά, να «ισιώσω», η μάνα…
        Με μια σειρά θανατικών «κατά ριπάς», στο στενό περιβάλλον, με κάποια προβλήματα υγείας και με τις παραπάνω φράσεις, μπορώ να πω ότι τον φοβάμαι το θάνατο. Στο νου μου δε, έρχονται τα Κεριά του Καβάφη. Όλα όσα ίσως θα μπορούσα να έχω κάνει και πιθανότατα δεν έκανα ή δεν έχω προλάβει ακόμη. Υποχρεώσεις ηθικές. «Τρέλες» που έκοψα μαχαίρι με την εγκυμοσύνη κι άλλες που εξακολούθησα να κάνω, έχοντας γίνει μάνα και τώρα, κοιτώντας πίσω, τρομάζω.
        Κάποιες φορές, για να διασκεδάσω τις εντυπώσεις, κάνω χιουμοράκι (που αποδεικνύεται ότι μόνο εγώ βρίσκω χαριτωμένο) αλλά μέσα μου φοβάμαι.
        Φοβάμαι, ακόμη, γιατί έχω δει το φόβο, το δέος του ετοιμοθάνατου −γλυκιά είναι η ζωή, όποια κι αν είναι η ηλικία…

        Θεία δεν είμαι, αλλά επειδή έχω καταλάβει την αγάπη σου για τ’ ανίψια σου, μπορώ να καταλάβω κι αυτή την ανακούφιση στην οποία αναφέρεσαι. Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν υποβαθμίζω το ρόλο μιας θείας όπως εσύ (αυτό το τόνισα, διότι υπάρχουν κι οι θείες-χατίρια οι διακοσμητικές, που εκ του ασφαλούς τάζουν ουρανούς κι αστέρια, αλλά στα δύσκολα βγάζουν την ουρά τους απ’ έξω μ’ ένα «εμένα−μη−με−ανακατεύεις−έχεις−μάνα!»)

        Για τη μαμά σου δεν μπορώ να σχολιάσω, αφενός γιατί το έχω δει το εργάκι (ένα παράδειγμα, η εκλιπούσα του μνημοσύνου που περιγράφω) κι αφετέρου γιατί αυτή η σπουδή για τα μετά θάνατον, με κάνει να σκεφτώ ότι ίσως είναι ο δικός τους τρόπος να εκφράζουν το φόβο και την αγωνία τους.

        Όσον αφορά, τώρα, τα πιο συναισθηματικά κείμενά μου… δεν έχω γράψει κάτι ανάλογο, εδώ και καιρό. Για την ακρίβεια, είχα πολύ καιρό να γράψω −γενικά.
        Ωστόσο, άνοιξα τα… κιτάπια μου (τα «κλειδωμένα» και μη ορατά, πλέον, ιστολόγιά μου) και θα αναδημοσιεύσω τις Ιστορίες.
        Νωρίτερα, σήμερα, (ανα)δημοσίευσα την «Κυριακή στο Ζάππειο» και στο Υστερόγραφο, κάνω σχετική αναφορά.

        Σ΄ευχαριστώ πολύ, Αριστέα μου!
        Για όλα…
        Φιλιά πολλά! ❤

        Αρέσει σε 1 άτομο

Πες κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s