Μία ιστορία της οθόνης

mia_istoria_tis_othonis

Ο Αντώνης καμάρωνε την ομορφιά του στον καθρέφτη του μπάνιου. Κόντευε να πιάσει τα σαράντα, αλλά ένοιωθε πολύ νεότερος –έμοιαζε πολύ νεότερος, σωστά;
«Σωστά, αγόρι μου!», είπε στον εαυτό του και χαμογέλασε στο είδωλό του.

Από τότε που χώρισε, το μόνο που τον στενοχωρούσε πότε−πότε ήταν που δεν είχε τον Πάρη του κοντά, όταν γύριζε απ’ το γραφείο. Όταν δεν άκουγε τη φωνούλα του να παραπονιέται για τη δασκάλα στο σχολείο κι αυτός να του λέει «με σε νοιάζει, άρχοντα! Θα καθαρίσει ο πατέρας σου!» –και καθάριζεॱ με τον τρόπο του!

Περνούσε απ’ το σχολείο, έριχνε δυο τρία γλοιώδη κομπλιμέντα στη δασκάλα –άει μωρή πατσαβούρα, από μέσα του– κι αυτό ήταν: είχε κάνει το καθήκον του.

Κατά τ’άλλα, πολύ, μα πολύ καλύτερα ήταν τώρα! Σιγά, τη Σοφία!

Έτρωγε συνήθως έξω –τέρμα η φάβα και οι τραγικές μελιτζάνες της– κι αν είχε να βγει το βράδυ, μια χαρά ήταν και το σάντουιτς απ’ το ΝτελίςΝτελισιέ; Πώς το λέγανε, μωρέ; Κάπου έκανε λάθος, αλλά δε θυμόταν ακριβώς. Tέλος πάντων, εκεί ήταν το μαγαζί, εκεί και τα σάντουιτς, έλεγε − δεν έλεγε σωστά το όνομα!)

Έβαζε τη μουσική που γούσταρε (όχι τις καψουρολαϊκούρες που αρέσαν στη Σοφία κι εκείνος κυκλοφορούσε συνέχεια με τα ντεπόν στην τσέπη) κι έβλεπε τις σπλατεριές που ποτέ, όσο ήταν κι εκείνη στο σπίτι, δεν τον άφηνε να φχαριστηθεί.

Το κυριότερο απ’ όλα; Έκανε τσατ με τις ώρες! Ατέλειωτες ώρες χαράς –και πολλές φορές, ηδονής. Χώρια τα γκομενάκια που «χτυπούσε» και τα κυκλοφορούσε! Παράδεισος!

Τα Σαββατοκύριακα, όμως, που έπαιρνε τον μικρό, κύριος!

— «Αχ, μωρέ, γιατί να μην πάμε κάπου το Σαββατοκύριακο; Να σου πω! Μήπως είσαι παντρεμένος;»
Μία κουφάλα να μην του κάνει την ερώτηση;

Όχι, κυρά μου, δε γουστάρω να περάσω μαζί σου το Σαββατοκύριακο, γουστάρω να το περάσω με το γιο μου, τραβάς κάνα ζόρι; Μαζί σου θα ‘ρθω να γαμήσω και να πηδηχτείς: αυτό είναι κι άμα σ’αρέσει!

Φυσικά, ποτέ δεν το ‘χε θέσει έτσι ωμά, όπως και, σε καμία σχεδόν δεν είχε πει ότι ήταν χωρισμένος με παιδί –πάντα άφηνε να πλανάται ένα ελαφρύ μυστήριο. Άφηνε την κάθε άλλη με την υπόνοια ότι μπορεί να ‘ταν παντρεμένος ή ότι μπορεί να ‘κανε απαιτητική δουλειά που τον ανάγκαζε να λείπει συχνά.

Μια−δυο φορές έκανε το λάθος να μιλήσει για το διαζύγιο και το παιδί του κι οι άλλες πλακώσανε πάνω του σα μανούλες! Για το γιο του… αλλά και για τον ίδιο! Ναι, καλά… σιγά! Κι αυτός, τις πίστεψε! Έτσι, «έστριβε» νωρίς από κάθε γνωριμία, πριν αυτή προλάβει να εξελιχτεί σε κάτι πιο σοβαρό, σε σχέση και ποιος ξέρει τι άλλο…

Με το τσατ, είχε βρει την καλύτερή του!
Φρόντιζε να ψαρέψει την τύπισσαॱ αν του ‘λεγε ότι έμενε σε καμιά κουλή πόλη άντε το πολύ να μιλούσε κάνα δεκάλεπτο ακόμη. Μετά, προφασιζόταν κάτι επείγον, έβγαινε από το «δωμάτιο», έμπαινε με άλλο ψευδώνυμο κι αν του την ξανάπεφτε η ίδια, της έδινε πόρτα, «συγνώμη, περιμένω παρέα». Τώρα, αν μέσα στο δεκάλεπτο η άλλη έδειχνε να το πηγαίνει αλλού, γινόταν κι εκείνος πιο διαχυτικός, άρχιζε τα πονηρά υπονοούμενα, σιγά−σιγά το παιχνίδι χόντραινε και συνήθως κατέληγαν να κάνουν τηλεφωνικό σεξ –με το καρτοκινητό, δεν είχε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. ‘Ντάξει, ήταν λίγο σπάσιμο πάνω στο πιο ωραίο να ουρλιάζει η άλλη στ’ αυτί του «ααχ, δεν έχω σήμα, αααχ, δε σ’ ακούω, έλα, πες μου… Εσύ μ’ακούς;»

Αν η γκόμενα έμενε Θεσσαλονίκη, ποιος στη χάρη του! Έριχνε πεταχτάρι, κι άμα εξασφάλιζε ότι από την άλλη μεριά της οθόνης δε βρισκόταν καμιά γειτόνισσα, συνάδελφος, φιλενάδα της Σοφίας, προχωρούσε ακάθεκτος. Τόσο καιρό, είχε μάθει να φυλάγεται από τις κακοτοπιές.

Δυο−τρεις μέρες στο τσατ και μετά κατευθείαν ραντεβού. Τα έκλεινε πάντα σε μέρη που να ‘χουν σχετική –αλλά όχι πολλή– κίνηση. Έβαζε το καρτοκινητό στο αθόρυβο και, από απόσταση ασφάλειας, καλούσε το τηλέφωνο του ραντεβού του. Εάν αυτή που απαντούσε «τρωγόταν» της έλεγε ότι φτάνει σε πέντε, δέκα λεπτά. Εάν όχι, ζητούσε συγγνώμη, κάτι του είχε τύχει, θα τα λέγανε στο τσατ –και σιγά που ξαναφανερωνόταν!

Κρατούσε την καθεμιά για τρεις με πέντε εβδομάδεςॱ την τελευταία, όμως, έβαζε πλώρη γι’ αλλού.

Ο Τάκης –συνάδελφος και φίλος καλός, χρόνια– έτριβε τα μάτια του! «Τι ‘σαι ‘συ, ρε; Άσε τίποτα και για ‘μας!»

• • •

Τέλη χειμώνα ήταν, που γνώρισε «to_feggari_tou_erota». Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, μ’ αυτή τη γυναίκα «κόλλησε». Παρόλο που του ‘χε πει από την αρχή ότι ήταν Αθηναία και, λόγω δουλειάς, είχε πάρει μετάθεση για Λαμία, όπου κι έμενε τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, δεν πτοήθηκε από την απόσταση.

Μιλούσαν μαζί με τις ώρες, τον γέμιζε, τον έκανε να σκέφτεται, αλλά και να γελάει. Της μίλησε για όλα: για τη Σοφία, για το διαζύγιό τους, για το παιδί του, για τη δουλειά του…
Τίποτα δεν της έκρυψεॱ ούτε για τους γονείς του που ζούσαν Αλεξανδρούπολη και προσπαθούσε, κάθε τρίτο, τέταρτο Σαββατοκύριακο να τους πηγαίνει τον Πάρη να τον βλέπουν, ούτε για τη μοναξιά που ένοιωθε πολλές φορές –κι ας υποκρινόταν, ακόμα και στον εαυτό του, ότι όλα ήταν μια χαρά– ούτε για το «παιχνίδι» του στο τσατ.
Τηλέφωνα, διευθύνσεις… της τα ‘δωσε όλα, σα να φοβόταν μη γίνει καμιά στραβή, χαλάσει ο υπολογιστής και δεν μπορέσουν να μιλήσουν…

Άρχισε να κάνει βόλτες στην πόλη, να χαζεύει στα μαγαζιά, να της αγοράζει μικροδωράκια «με σημασία»… Ένα cd, ένα φουλάρι, κάτι για το γραφείο της, κάτι για να τον σκέφτεται…

Είχαν περάσει κιόλας δυο μήνες που μιλούσαν, ήθελε να τη γνωρίσει, ήθελε ν’ αγαπηθούν, ήθελε να την έχει κοντά τουॱ σκεφτόταν ότι ίσως μπορούσε να της προτείνει ακόμα και να ζητήσει μετάθεση για Θεσσαλονίκη, αν γινόταν…
— «Την επόμενη εβδομάδα κατεβαίνω Αθήνα για ένα σεμινάριο. Στην επιστροφή, θα ‘ρθω Λαμία, ζήτησα και δυο μέρες άδεια. Κι αν θέλεις, την Παρασκευή που θ’ ανέβω Αλεξανδρούπολη, κανονίζουμε να πάρω το παιδί και να πάμε κάπου οι τρεις μας!»
— «Έλα, εσύ, με το καλό… και τα του Σαββατοκύριακου, τα συζητάμε από κοντά…»

Εκτίμησε ακόμη και το ότι, πρώτη φορά που θα βλέπονταν, δεν του ‘πε να πάει σπίτι της –κάτι που σε άλλη περίπτωση θα το θεωρούσε πουριτανισμό και μυξοπαρθενιά του κερατά! Έτσι, έκλεισε δωμάτιο σε καλό ξενοδοχείο της πόλης –τι διάολο; Να τον περάσει για λιγούρη; Όχι, θα ‘ταν κι αυτός κύριος.

• • •

Θα βρίσκονταν στον Καραβόμυλο, «μια που σ’αρέσει η θάλασσα, λέω να πάμε για ψαράκι και να ‘χουμε και ησυχία να μιλήσουμε».

Θα τον περίμενε στ’ αυτοκίνητό της, να πούνε τα πρώτα και μετά να καθίσουν.

Ήταν εκεί, σε λίγο θ’ αντίκριζε τ’ όνειρό του!
Το στήθος του φούσκωσε από ευτυχία, πλημμύρισε ολόκληρος, σχεδόν βούρκωσε. Κρατήσου, μαλάκα! Σαν πρωτάρης κάνεις! Πήρε τα λουλούδια που της είχε αγοράσει –από το Studio Ioannidis, παρακαλώ! Όχι, παίζουμε! «Μην ανησυχείτε, είναι ολόφρεσκα, θ’ αντέξουν το ταξίδι!» του είχε πει χαμογελώντας η υπάλληλος– και κατέβηκε.

Άνοιξε κι εκείνη την πόρτα και…

— «Τι “και”, ρε μαλάκα; Σου λέω, ήταν το απίστευτο μπάζο! Σα να την είχε γαμήσει ο διάολος! Κοντή, χοντρή, μ’ ένα μαλλί σα τζίβα κι ένα ντύσιμο… λες και βγήκε με τη ρόμπα της!»
— «Βρε Αντώνη, αγόρι μου! Τόσα πράγματα μοιράστηκες όλον αυτόν τον καιρό μαζί της, μια φωτογραφία δεν ήξερες να ζητήσεις;»
— «Δε ζήτησα, ο κόπανος! Δε ζήτησα!»
— «Ήθελες πολύ το μέσα να συμβαδίζει με το έξω, ε;»
— «Ε, ναι, ρε Τάκη! Παράλογος είμαι; Πολλά ζητάω; Δεν περίμενα τη Μόνικα Μπελούτσι, πολύ καλό για να ‘ναι αληθινό, αλλά ούτε κι αυτό που είδα!»
— «Και δηλαδή… για όλα αυτά που της ανοίχτηκες… όλα όσα ένοιωσες επειδή σε άκουγε, επειδή σε καταλάβαινε, επειδή σου έδινε λύσεις, συμβουλές…; Καπνός; Σου ‘φυγαν μεμιάς;»
— «Έτσι ακριβώς! Έτοιμος ήμουν να το βάλω στα πόδια, αλλά συγκρατήθηκα, θα πήγαινε πολύ… έτσι δεν είναι;
»Κάτσαμε… δε μου ‘βγαινε κουβέντα! Με φίλησε κιόλας! Το φαντάζεσαι; Αυτή κοίταζε εμένα κι εγώ το ψάρι που μας κοίταζε… και κόντευα να βγάλω τ’ άντερά μου! Κάτι που δεν το γλίτωσα, όλη νύχτα μ’ άκουγε το ξενοδοχείο να ξερνάω τη Λαμία, τον Καραβόμυλο κι ολόκληρη τη Φθιώτιδα!…»
— «Την πήδηξες;»
— «Είσαι καλά, ρε; Πού να κάνει κούκου ο Νάκος;! Είχε χωθεί κάτω απ’ τα μπούτια μου και δεν έβγαλε κεφάλι!»

Η Πόπη σηκώθηκε από τ’ αξημέρωτα, ετοιμάστηκε και περίμενε τηλεφώνημά του. Θα πήγαιναν μιαν εκδρομούλα, μέχρι το Καρπενήσι, με τα χίλια ζόρια είχε καταφέρει να πάρει τη μια απ’ τις δυο μέρες άδεια που ζήτησε, «μόλις ξυπνήσεις κι ετοιμαστείς, πάρε με. Θα πάμε με το δικό μου, θα περάσω να σε πάρω», έτσι είχαν μείνει σύμφωνοι.
Όταν πια πήγε δώδεκα, του τηλεφώνησεॱ κλειστό το κινητό. Τηλεφώνησε και στο ξενοδοχείο, «ο κύριος Αντώνης Κ. έχει φύγει».
— «Είναι πολλή ώρα;»
— «Έκανε τσεκάουτ πρωί−πρωί.»
— «Τσεκάουτ; Μα… την Παρασκευή δεν θα αναχωρούσε;»
— «Σύμφωνα με την κράτησή του, ναι. Όμως πλήρωσε και έφυγε σήμερα.»

Προσπάθησε να τον βρει στο κινητό ξανά και ξανά. Όχι για τα ρέστα, όχι για να της εξηγήσει, αλλά… έτσι! Για τις κουβέντες που ‘χαν πει τόσο καιρό, για το κρασί που είχαν πιει χθες…
— «Έλα, πάω Αλεξανδρούπολη, κλείνω, δεν έχω σήμα, θα τα πούμε!»

Δεν τα ξαναείπαν ποτέ. Ή, μάλλον…

• • •

— «Πού ‘σαι ρε γίγαντα; Χάθηκες, ρε! Έτσι είπαμε; Άλλαξες δουλειά και ξέχασες τους φίλους σου;»
— «Όχι, ρε Αντωνάκη, μην το παίρνεις έτσι… Άλλωστε εσύ, έχεις τα τρεχάματά σου, τις γυναίκες σου…»
— «Ποιες γυναίκες μου, ρε; Μετά το στραπάτσο που ‘παθα πέρσι με τη χαμούρα, έχω μαζευτεί! Το τελευταίο τρίμηνο πηδάω τη Μόνα, τη θυμάσαι;»
— «Ποια, ρε; Τη Λεμονιά; Που την είχε πάρει η μισή εταιρεία;»
— «Αμέ! Έχεις χάσει επεισόδια, αγόρι μου! Αλλάξανε πολλά από τότε που ‘φυγες, τώρα παίζω στα σίγουρα! Εσύ;»
— «Εγώ, παντρεύομαι. Γι’ αυτό σε πήρα κιόλας, μην το μάθεις από αλλού…»
— «Την ξέρω;»
— «Την Πόπη παίρνω, Αντώνη.»

• • •

Μετά την «εξομολόγηση» του Αντώνη, ο Τάκης θέλησε να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι περί τίνος επρόκειτο η Πόπη που είχε συναρπάσει, σχεδόν μαγέψει τον Αντώνη και στη συνέχεια τον είχε τόσο απογοητεύσει. Ένοιωσε την ανάγκη να τη συναντήσει, να της ζητήσει συγγνώμη για λογαριασμό του φίλου του –κάτι που εκείνος δεν είχε φιλοτιμηθεί να κάνει, ούτε όταν επέστρεψε, ούτε καν από την ασφάλεια που του παρείχε η απόσταση και η οθόνη.

Μια βδομάδα μετά το φιάσκο της συνάντησης, λοιπόν, πήγε στη Λαμία. Το να βρει την Πόπη ήταν ό,τι πιο εύκολο, μια που από τον φλύαρο Αντώνη είχαν ξεφύγει ένα σωρό λεπτομέρειες, κατά τη διάρκεια της εκ του μακρόθεν γνωριμίας τους.

Εκείνον δεν τον ενδιέφερε πώς αλλά ποια ήταν η Πόπη. Περίμενε το «μπάζο» κι αντίκρισε δυο καλοσυνάτα μάτια να τον κοιτούν με αθωότητα.
Αντίκρισε τη γυναίκα της ζωής του.

Η Πόπη κι ο Τάκης παντρεύτηκαν στο Καρπενήσι κι έζησαν στη Θεσσαλονίκη, όπου άνοιξαν δικό τους φοροτεχνικό γραφείο.


• Γράφτηκε και δημοσιεύτηκε στις 10/08/2010, στο παλιό μου ιστολόγιο «Μολύβι και Χαρτί».
Οι Ιστορίες της Οθόνης βασίζονται σε αληθινά περιστατικά που έζησαν φίλοι ή που μου διηγήθηκαν γνωστοί που τις έζησαν οι ίδιοι ή κάποιοι δικοί τους φίλοι, από τότε που το διαδίκτυο μπήκε στην καθημερινότητά μας.
«Θυμήθηκα» την Ιστορία της Οθόνης, χάρη στη Μαρία και την ανάρτησή της: Οι πέφτουλες του διαδικτύου, αυτή η μάστιγα

Για ευνόητους λόγους, έχουν αλλαχτεί ονόματα, πόλεις, τοποθεσίες.

14 thoughts on “Μία ιστορία της οθόνης

  1. Α! τον άμοιρο, την «πάτησε» όπως λένε! 😛
    Δεν μου αρέσουν τα θρίλερ, οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας και «φυσικά» οι ταινίες- ιστορίες που δεν έχουν καλό τέλος, θέλω στο τέλος όλα καλά, αγαπούλες και λουλούδια! ❤
    Τώρα σου έχω ένα άλλο ψυχοφιλοσοφικό τέλος που το «έγραψε» ο Μπουκάι: (συγνώμη για το σεντόνι)! 😀
    Αφού δώσανε ραντεβού:
    …»Πώς θα αναγνωρισθούμε; Α, θα έχω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο μέρος της καρδιάς, του λέει εκείνη. Πλησιάζοντας εκείνος βλέπει από μακριά μια κοντούλα, άχαρη γυναίκα, να φορά το κατακόκκινο τριαντάφυλλο στο μέρος της καρδιάς. Και ετοιμάσθηκε να φύγει. Δεν του άρεσε καθόλου η κοπέλλα. Ομως αμέσως ένιωσε εκείνη τη μοναδική συγκίνηση της επικοινωνίας τους, την τρυφερότητα και τη στοργή της και την πλησίασε αντί να φύγει. Εγώ είμαι, της λέει τρυφερά και λαχταρώ να σ΄αγαπήσω. Και τότε εκείνη, που στην πραγματικότητα δεν ήταν εκείνη, του δείχνει μια πανέμορφη κοπέλλα που καθόταν στο απέναντι εστιατόριο. “Μου ζήτησε”, του λέει, “να φορέσω εγώ το τριαντάφυλλο, δεν ξέρω γιατί, μου είπε μόνο να σας πω ότι σας περιμένει.
    Ηταν η τελευταία δοκιμασία…..
    Μάλλον στη ζωή έχουμε ότι αξίζουμε, έτσι το έχει δει τουλάχιστο η αφεντιά μου!!! 😉

    ΑΦιλάκια και καλό μας Σαββατοκύριακο, Αναστασία μου! 🙂

    Αρέσει σε 2 άτομα

    1. Μου αρέσουν πολύ τα θρίλερ (π.χ. Gaslight του Cukor με Ingrid Bergman, Charles Boyer) και, εδώ και πολλά χρόνια, ως «καλό τέλος» θεωρώ εκείνο που δίνει ουσιαστική και όχι απαραίτητα «αρεστή» λύση. (Μάλλον από μικρό φαινόμουν! Όταν, οι ελληνικές ταινίες που προβάλλονταν −συνήθως, Σάββατο βράδυ και Κυριακή μεσημέρι− τραβούσαν σε… μάκρος, έφευγα, αφήνοντας απαξιωτικά την «επική» ατάκα − ανέκδοτο σε συγγενείς και οικογένεια: «ε, καλά μωρέ, εντάξει! Θα φιληθούν και θα γράψει ‘τέλος’…»)

      Ωστόσο, συμφωνώ μαζί σου πως, σε γενικές γραμμές, έχουμε ό,τι αξίζουμε. Δεν ισχύει πάντα, βέβαια. Πολλοί άνθρωποι περνούν καταστάσεις που, σίγουρα, δεν τους αξίζουν όπως και άλλοι, παρόλο που δεν αξίζουν, περνούν «ζωή χαρισάμενη» (και δεν αναφέρομαι μόνο σε υλικά αγαθά).

      Πολύ διδακτικός ο Μπουκάι, αλλά σκέψου, τώρα, να γοητευτόταν πράγματι εκείνος από την ασήμαντη (εμφανισιακά) κοπέλα της ιστορίας και να ήθελε να συνεχίσει μαζί της. Σπάνιο, αλλά διόλου απίθανο στη ζωή…

      Πολλά φιλιά, από καρδιάς, Στεφανία μου❣
      Να περάσεις πολύ όμορφα το Σαββατοκύριακό σου!

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Τυχερή η Πόπη. Διαβάζοντας πως πρόκειται για αληθινή ιστορία, χαίρομαι πολύ που σμίξανε δυο άνθρωποι, εξ αιτίας ενός «ατυχήματος» στον Καραβόμυλο…
    Τα φιλιά μου Αναστασία μου!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Το πραγματικό «ατύχημα», βέβαια, ήταν εξαρχής ο Αντώνης (κι απ’ όσο μαθαίνω… έχει χειροτερέψει η κατάστασή του!)
      Αλλά ευτυχής συγκυρία η γνωριμία των δύο «σωστών» (ο ένας για τον άλλον) ανθρώπων.

      Σ΄ευχαριστώ πολύ, Μαρία μου!
      Φιλιά πολλά κι από ‘μένα!

      ΥΓ. Μα, πόσο όμορφα τα αλουμινόχαρτα!…

      Μου αρέσει!

  3. Η ιστορία για μένα είχε ευτυχισμένο τέλος! Για την Πόπη και τον Τάκη!
    Ο Αντω-νάκος πάντως είμαι σίγουρη ότι το ξέχασε, το έβαλε πίσω και συνεχίζει όπως έμαθε κι έστρωσε!
    Δεν με ξάφνιασε καθόλου, έχω μάθει ότι τα αναπάντεχα πάντα θα υπάρχουν και μερικές φορές μπορεί να καταλήγουν και ωραία!
    Καλώς σε βρίσκω και πάλι Νατάσα μου!
    Πολλά φιλιά 🙂

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Καλωσήρθες, Αριστέα μου❣💐

      Καλέ, όποιος γαϊδουρόμαθε, δεν ξεγαϊδουρομαθαίνει! Ο Αντω-νάκος θα ξέφευγε ή θ’ αποτελούσε εξαίρεση;

      Ναι, συμφωνώ, είναι αυτό που λέμε «τα καλύτερα έρχονται εκεί που δεν το περιμένεις»!

      Φιλιά πολλά−πολλά!❤
      Περαστικά στη μανούλα σου!🌷

      Μου αρέσει!

    1. Πολλοί, δυστυχώς!
      Γι’ αυτούς τους ίδιους το δυστυχώς, διότι η κάθε «Πόπη», μπορεί να περάσει πολλά, ν’ αργήσει, αλλά κάποια στιγμή θα βρει και κάποιον άνθρωπο της προκοπής. Ενώ οι Αντώνηδες είναι καταδικασμένοι, από την ίδια τη βλακεία τους, να συναναστρέφονται με άτομα του ιδίου φυράματος.

      Προβληματικοί και δυσλειτουργικοί! Συμφωνώ!

      Πολλά φιλιά, σ’ ευχαριστώ!
      Καλό βράδυ, Μαρία μου❣

      Μου αρέσει!

  4. Κανονικά, θα έπρεπε να τον λυπάμαι τον Αντώνη, αλλά χαίρομαι πάαααααρα πολύ, η χαιρέκακη αρτίστα, που στην ουσία είναι μόνος του!
    Γιατί κι η Λεμονιά, μη νομίζεις, την ώρα της περνάει μέχρι να βρει τον επόμενο! Τις ξέρω εγώ αυτές τις Λεμονιές!
    Αλλά κι η Πόπη; Κυρία!
    Και ωραίο χουνέρι του έκανε του Αντωνάκη!
    Δεν το λες κι ανώδυνο, το να παντρευτεί τον φίλο του τον Τάκη!
    Διότι ο εγωισμός του Αντώνη, θίχτηκε! Ας ήταν και «μπάζο» η Πόπη!
    Διότι, είναι πιο βαρύ πλήγμα όταν είσαι μπάζο και βρίσκεις την αγάπη κι εσύ ο Αντώνης ο θεός να καταλήγεις ο κυρ-Αντώνης πάει καιρός που (ουσιαστικά) είναι μοναχός!
    Χο χο χο!
    Χάρηκα πολύ για την Πόπη!
    Και στων κορτσιώνε μας και στων παιδιώνε μας!

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Αξιολύπητος πλην όμως αντιπαθής!
      Κι εγώ, που είμαι κακός άνθρωπος, χαίρομαι εξίσου!
      Βολοδέρνει ακόμη, όπως μαθαίνω (τουλάχιστον σε… βάθος επταετίας, μια που η ιστορία χρονολογείται από το 2010 που την έγραψα και πιο πίσω ακόμη, που έλαβε χώρα).

      Η… Λεϊμουνιά, να ‘ταν κι άλλη! (Χο, χο, χο!)

      Καλέ, και στα δικά τους οι λεύτεροι κι οι λεύτερες, καλή ζωή οι δεσμευμένες/οι!

      Σε ασπάζομαι και σε γλυκοφιλώ (ταυτοχρόνως!) Αρτίστα μου!
      Καλό βράδυ να έχεις!

      Αρέσει σε 1 άτομο

  5. υπεροχο κειμενο…εμεινα με ανοιχτο στομα στο τελος…υπαρχουν αντρες και αντρες….ο ενας ανωριμος ψευτης πεφτουλας κοροιδευε ολο το κοσμο…ερωτευτηκε επιφανειακα την εικονα μιας κοπελας(ιδιος ο πρωην μου χελοουυυυ) και απο κοντα του ξυνισε…ο ιδιος ηταν τζειμς ντορναν μαλλον ????και ο φιλος του πηγε και τη βρηκε και την εκτιμησε οπως ηταν και ειδε μονο τα καλα της και μαντεψε ποιος κερδισε απο τους δυο…εξαιρετικο κειμενο μπραβο σου…

    Αρέσει σε 1 άτομο

  6. Απομονώνω αυτούς τους στίχους, του Αγγελάκα:
    […] Μη γκρινιάζεις που δε σου ‘ρθε η ζαριά,
    τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα.
    Το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά
    ο χαμένος τα παίρνει όλα.

    E, κάπως έτσι!

    Σ’ ευχαριστώ πολύ, Μαρία μου!
    Τα φιλιά και την καλημέρα μου❣

    Μου αρέσει!

Πες κι εσύ τα δικά σου...

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s