Αχ, Βιολέτα! #3

violeta_new_03

Σύνδεση με το προηγούμενο

Μετά τη γνωριμία μας −στο πρώτο μέρος− με τη Βιολέτα, μάθαμε διάφορα χρήσιμα, λιγότερο χρήσιμα και παντελώς άχρηστα πράγματα για το σόι Βιολέτας, στο δεύτερο μέρος.
Επίσης, είχαμε τη χαρά να παρακολουθήσουμε την ηρωίδα μας στο πρώτο σημαντικό επαγγελματικό της ραντεβού για φωτογράφιση, casting, κάτι τέλος πάντων που το κόψαμε απότομα, αφενός για να σας κρατήσουμε (η Βιολέτα κι εγώ) σε αγωνία (αχ, και πώς σας νοιάζει! Δε θα βάλετε πλυντήριο, αν δε μάθετε τι απέγινε!), αφετέρου για να μην ξεχειλώσουμε το δεύτερο μέρος (και μετά, ποιος σώφρων άνθρωπος θα καθόταν να το διαβάσει;!)
► Όλες οι Βιολέτες –κατηγορία μόνες τους− μαζεμένες εδώ.

Η μεγάλη νύχτα της μεγάλης μέρας
(και άλλα)

Όπως ίσως ενθυμείστε (εάν ενθυμείστεॱ εάν δεν ενθυμείστε, δεν έπεσε κι η ζάχαρη στο νερό…), η γειτονιά ετοίμαζε γλέντι στην πλατεΐτσα, στο αδιέξοδο.
Κάπου εκεί, δέκα, δέκα και μισή το βράδυ… κι ενώ ο Σώτος έχει πιάσει την οικογένεια Βιολέτας και τους έχει κάνει την καρδιά μποστάνι…

«…Και που λέτε κυρα−Ευθυμία μου, σαν την τρίχα απ’ το προζύμι με διώξανε! Δηλαδή, η Βιολέτα δε με έδιωξε ακριβώς, αλλά εκείνος ο άλλος, ο λιμοκοντόρος…», έλεγε και ξανάλεγε με ξανθοπούλειο ύφος στη μαμά Βιολέτας.
— «Ακούς, Θανάση;» τράβαγε, απ’ το γυρισμένο μέχρι τον αγκώνα μανίκι, τον άντρα της, εκείνη.
Άκουγε − δεν άκουγε ο Θανάσης, καθώς τη συγκεκριμένη στιγμή κουνούσε θλιμμένα πάνω−κάτω το κεφάλι του πάνω από το ποτήρι με το ούζο και το λιωμένο πάγο κι απευθύνθηκε στο πουθενά: «…του το’χα πει του Φανούρη, θα δεις Φανούρη που μια μέρα, όλοι αντιστασιακοί θα μας βγούνε και θα μας κουνιούνται ποιοι; Οι, που φοράγανε την κουκούλα και δείχνανε με το δάχτυλο… και που η κοιλιά τους έφτανε τα…»
— «Σταμάτα, Θανάση! Τι τα θυμήθηκες τώρα αυτά;», ανασάλεψε ανήσυχος ο Δήμος, της Αντριάνας.
— «Ναι, καλέ! Απόψε έχουμε χαρές!», πέταξε τ’ άκυρο η Αντριάνα που, είτε γάμος είτε αρραβώνας είτε μνημόσυνο −αρκεί να ‘χε μάζωξη− για ‘κείνη, ήταν χαρά!

…Εκείνη την ώρα, έσκασε μύτη πέντε μέτρα κουρσάρα και βγήκε από μέσα σινάμενη−κουνάμενη η Βιολέτα, με αμφίεση Αλέξις Κάρινγκτον (που ήταν και της εποχής και άρα, επίκαιρη).

Violeta_03_img1

Που το όχημα είχε χωθεί στ’ αδιέξοδο και κόντεψε να πιάσει ο προφυλακτήρας τις πρώτες καρέκλες, κανέναν δεν ένοιαξε! Εκτός από τη Μέλπω.
[Παρόλο που, ο πυρετός της δεν έλεγε να πέσει με τίποτα −και σα να μην έφτανε αυτό, με το που άκουγε να παινεύουν τις χάρες της Βιολέτας και να καμαρώνουν… άδειαζε το τίποτα του στομαχιού της, σ’ όποια γλάστρα της ερχόταν πιο βολικήॱ καλού κακού, είχε βουτήξει για backup ένα παλιό κουβαδάκι του Κούλη, μαζί με τα φτυαράκια και τους πλαστικούς αστερίες.]

— «Επ, μπάρμπα! Στραβομάρα! Εδώ, ici, αδιέξοδο! Πού θα την πας τη μαούνα, από πάνω μας θα περάσεις;»
Η Βιολέτα, είχε γίνει πιο κόκκινη απ’ το κόκκινο φουστάνι που φορούσε!
— «Μέλπω, βούλωσ’ το!»
— «Εγώ, ό,τι πρέπει να βουλώσω, το βουλώνω −σε αντίθεση με κάτι άλλες», και πήγε παραπέρα, σφυρίζοντας και κοιτάζοντας ψηλά, τ’ αστέρια.

Η μαμά Βιολέτας, είχε μείνει με το στόμα ορθάνοιχτο! Η κόρη της ήταν αυτή; Η Βιολέτα της; Ο πατήρ Βιολέτας, αγαπητός κύριος Θανάσης (ο οποίος είχε ευθυμήσει ξανά, μετά τα αντιστασιακά του) καθώς και οι, always − χαρούμενοι παππούδες, ξέσπασαν σε θερμό χειροκρότημα, παρασύροντας όλη την ομήγυρη!
Η Μέλπω, απλώς ξαναμελάνιασε!

Ο Σώτος, σαν πιο σχετικός από τους υπόλοιπους, σηκώθηκε περιχαρής.
Από το αυτοκίνητο, βγήκαν τώρα δύο άντρες: ο γνωστός μας Κουμάσης και άλλος ένας, απροσδιορίστου ηλικίας, με μαλλί βαμμένο ντουλαπί, αραιό στην κορυφή του κεφαλιού, ν’ αποκαλύπτει κατά τόπους ένα αφύσικα κοκκινωπό σκαλπ. Πιο κοντός απ’ τον Κουμάση, πιο κοντός απ’ τη Βιολέτα, «καλέ, αυτός είναι πιο κοντός κι απ’ τις καρέκλες», ανεφώνησε ο Κούλης που τον είχε κολλήσει ειλικρίνεια η Μέλπω!, με «γυαλιά Ωνάση», χοντρό χρυσό δαχτυλίδι στον παράμεσο («Κούλη, μη μασάς! Σιδηρογροθιά είναι», έκανε αδιάφορα η Μέλπω), λινό πουκάμισο και παντελόνι, και παντοφλέ παπούτσια («καλέ, σα θεατρίνος είναι», σκούντηξε η Αντριάνα τη Λενάρα που κατένευσε σιωπηλά, αφού οι μασέλες της δούλευαν ασταμάτητα, ν’ αποτελειώσουν το τέταρτο μπριζολάκι).

— «Να σας συστήσω τον κύριο Περικεντέ», έκανε η Βιολέτα καθώς παρουσίαζε (σαν πολυκόφτη σε εκπομπή telemarketing) τον κοντό. «Ο κύριος Περικεντές, είναι καναλάρχης!»
— «Κανα… τι;» ακούστηκαν διάφορες φωνές, αντρικές, γυναικείες, ψιλές, μπάσες, βραχνές, αλλά όλες απορημένες.
— «Τίτος Περικεντές, καναλάρχης», είπε μόνος του, ο κοντός.
— «Καναλαρχί…», ξεκίνησε να λέει η Μέλπω, αλλά το χέρι του Θανάση προσγειώθηκε απότομα στο στόμα της, «ε, δεν υποφέρεσαι πια!»
— «…μηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή ο κακός μας ο καιρός…»

— «Τίτο, έλα να πιεις ένα κρασί μαζί μας… να τους τα πεις κιόλας…», έκανε με οικειότητα και νάζι η Βιολέτα, την ίδια στιγμή που ο Περικεντές, μπροστά στην προοπτική να κάτσει δίπλα στη Λενάρα (η μοναδική άδεια καρέκλα), να πιει αυτό το, ακαθορίστου ποιότητος και προελεύσεως, κρασί και να φάει όλες εκείνες τις αηδίες που στάζανε λίπη στις πλαστικές −Mon Dieu!− πιατέλες… κατάπιε ένα υπογλώσσιο!

Ο Κουμάσης τα ‘χε πάρει άσχημα, κανείς δεν του ‘δινε σημασία, όλοι κοίταζαν το τσουλάκι και το γέρο, άει σιχτίρ γαμώ την ανάγκη μου μέσα… ώσπου είδε να τον παρατηρεί από πάνω μέχρι κάτω ένα μπασμένο, κακάσχημο, χλωμό, με μαλλί τζίβα και ελαφρώς πεταχτά δόντια.
— «Τι είσαι ‘συ, καλέ;»
— «Η Kinder έκπληξη!»
— «Έχουμε, στην εποχή μας, Kinder έκπληξη;»
— «Ξεστραβώσου καμιά Wikipedia», έκανε με θράσος το χαμίνι.
— «Καμιά, τι;!»
— «Α, καλά… Άσ’ το, σε μερικά χρόνια που θα ‘ρθει και το internet, θα σου εξηγήσω –αν έχουμε παρτίδες ακόμα που, με το μυαλό που κουβαλάς, χλωμό το κόβω!
»Δε μου λες, τώρα που ‘μαστε τα δυο μας και τα λέμε όμορφα… Κι επειδή μικρό-μικρό, αλλά μύγες δεν χάφτω… Το φιλί της ζωής, για να σου το πω σεμνά, κομψά και συγκεκαλυμμένα, η αδερφή μου το ‘δωσε σ’ εσένα, στον μπαρμπόιλ, ή και στους δύο;»

Violeta_03_img2_melpo

Ώστε αυτή είναι η φοβερή Μέλπω, σκέφτεται έντρομος αλλά και εντυπωσιασμένος, ο Κουμάσης!

Γύρισε το κεφάλι του προς την ομήγυρη, που τώρα είχαν σωπάσει και κοιτούσαν σαν υπνωτισμένοι τον Περικεντέ!
— «…και πέραν λοιπόν, των άλλων επιχειρηματικών μου δραστηριοτήτων, ετοιμάζω το πρώτο κανάλι ιδιωτικής τηλεόρασης! Αξιόλογοι συνεργάτες, γνωστά ονόματα του θεάματος και της δημοσιογραφίας, ήδη εργάζονται πυρετωδώς, προκειμένου να δώσουν σάρκα και οστά σε αυτό το όραμα…», είχε κιόλας αρχίσει τις παρλαπίπες, ενώ η Βιολέτα έλιωνε, συνεπαρμένη και μαγεμένη.
«…Στην όμορφη Βιολέτα…»
— «…αφήνω το μπουφέ με τα Μπακαρά…» πετάχτηκε η Μέλπω, ενώ η Βιολέτα την κοίταξε με μίσος!
— «Στην όμορφη Βιολέτα…»
— «Θείο! Κουβαδάκι για τα σάλια;», του ‘χωσε στη μούρη το κουβαδάκι του Κούλη, η μικρή. Η Βιολέτα τη βούτηξε από το μαλλί και, στο καπάκι, της βύθισε τα νύχια στο σβέρκο.
— «Στην όμορφη Βιολέτα, ανακάλυψα στο σημερινό casting, ένα πρόσωπο μοναδικό, φρέσκο, άγνωστο −άρα άφθαρτο! Με τη δική μου αρωγή και υποστήριξη, πολύ σύντομα και, για πολλά χρόνια, όλη η Ελλάδα θα μιλάει για τη Βιολέτα!»
— «Σταυρώστε τον, σταυρώστε τον! Είσαι – είσαι – ο πρωθυπουργός!» άρχισε να φωνάζει ο παππούς Βιολέτας, αναζητώντας και μια βουβουζέλα −που ακόμη ήταν άγνωστη ως όρος− συμπαρασύροντας και όλους σχεδόν τους παρευρισκόμενους!
Χάρη στο υπογλώσσιο, το πολιτισμικό σοκ που υπέστη ο Περικεντές, δεν ήταν μοιραίο −προς μεγάλη απογοήτευση της Μέλπως.

— «Φυσικά, μια σταρ, δεν μπορεί να λέγεται Βιολέτα…», είπε με ελαφρά απέχθεια ο καναλάρχης, «γι’ αυτό και από σήμερα −και, για να το συνηθίσετε όλοι− θα τη φωνάζετε με το νέο της όνομα: Βίλυ!»
Η Μέλπω, άρχισε να γελάει σχεδόν υστερικά! «Τη Μάγια τη Μέλισσα, ποιος θα την κάνει;!» Άθελά του, έπιασαν τα γέλια και τον Κουμάση −όταν όμως ο Περικεντές τον κοίταξε φαρμακερά, έσκυψε το κεφάλι και το γέλιο κόπηκε μαχαίρι.
— «Πολύ αργότερα, όταν η Βιολέτα αρχίζει να μπαίνει στα σπίτια του κόσμου και να γίνεται γνωστή…»
— «Πόρτα πόρτα! Εύγε! Θα βγείτε σίγουρα!», έκανε ενθουσιασμένος ο παππούς! «Κι εγώ, θα σταυρώνω τα ψηφοδέλτια!»
— «…θ’ αποκτήσει τη δική της εκπομπή. Την έχω ήδη οραματιστεί! Κι ο τίτλος της θα είναι…»
— «Χαμομήλι με τη Βίλυ!», ξαναπετάχτηκε η Μέλπω!
Η Βιολέτα την ξανακοίταξε βλοσυρά, ενώ η μάνα τους, της ένευε πως όταν θα μαζεύονταν σπίτι, θα της ξερίζωνε το μαλλί τρίχα τρίχα!
— «Βίλυ, Βίλυ! Σου ‘ρχεται σκαμπίλι!», έλεγε και ξανάλεγε τραγουδιστά η Μέλπω!
Ο Κουμάσης, ο οποίος κόντευε να πνιγεί απ’ το γέλιο που δεν άφηνε να του ξεφύγει, ζήτησε να πάει σε κάποια τουαλέτα. Σηκώθηκε πρώτη και καλύτερη η Λενάρα −σιγά μην άφηνε ευκαιρία, τώρα που είχαν τον τύπο και τα ΜΜΕ στη γειτονιά τους.

Violeta_03_img3

— «Η Βιολέτα, επισκίασε σήμερα όλες τις υποψήφιες… Τη θέλει ο φακός! Το δοκιμαστικό της ήταν άψογο! Τι πρόσωπο! Τι κορμί! Τι φωτογένεια! Τελειότης!», μιλούσε τώρα εκστασιασμένος, ο Περικεντές. Μακιγιέζ, αμπιγιέζ, στυλίστες…»
— «…Σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες…»
— «…μεταμόρφωσαν το αγνό ετούτο λουλούδι του αγρού…»
— «…του βουνού και του κάμπου! Θα ξαναξεράσω!», μουρμούρισε η Μέλπω τόσο σιγά, ώστε να την ακούσει μόνο ο Κούλης . Αν συνέχιζε όπως πριν, δε θα της έμενε τούφα για τούφα στο κεφάλι!
— «…σε εκλεπτυσμένο άνθος…»
— «Γαϊδουράγκαθο»…
— «Ωραίο το φουστάνι σου, Βιολ… Βίλυ μου», έκανε η μάνα της. «Και τα μαλλάκια σου… Αχ, τι αρχοντικά…» Δεν ήξερε εκείνη τη στιγμή, η μαμά Βιολέτας, ότι η συνοικιακή κομμώτρια Στέλλα τη μίσησε θανάσιμα και διά βίου κι ότι μέσα της, έδωσε όρκο στον εαυτό της, θα σου κάψω την περμανάντ μωρή, κουρούπα θα σ’ αφήσω!

— «Βεβαίως…», συνέχισε ο Περικεντές, «δεν είναι δυνατόν να κάνει καριέρα με το επίθετο Χάνου» και, χαχανίζοντας ειρωνικά, «νομίζω, όλοι το καταλαβαίνουμε αυτό!»
— «Τι λέτε, καλέ! Εδώ γίνατε εσείς κοτζάμ καναλοτέτοιος, με το επίθετο Περικεντές…», έκανε η Μέλπω εξίσου ειρωνικά και, κοιτάζοντας δήθεν αδιάφορα τα νύχια της .
Νέα χαχανητά, αυτή τη φορά από το πλήθος… έντονη απέχθεια από τη Βίλυ – Βιολέτα ενώ, ο καναλάρχης απτόητος.
— «Χειροκροτήστε παρακαλώ, την εκκολαπτόμενη σταρ, Βίλυ Χουζούρη!» και νέοι γέλωτες από κάτω, «σας κάνει κάπως… αλλά είναι πιασάρικο! Κι έχει κι ένα νάζι!»
— «Για την παιδική ζώνη, ό,τι πρέπει!», συμπλήρωσε η Μέλπω, «Μάγια η Μέλισσα και Στρουμφάκια, δύο σε ένα! Το Vidal Sassoon Wash n’ Go 2 σε 1, το ‘χουμε στην εποχή μας, ή πάλι μπροστά είμαι, η ρουφιάνα;!»
Κανείς δεν της έδωσε σημασίαॱ ή, σχεδόν κανείς. Από την πρώτη στιγμή, η προσοχή του Κουμάση −που είχε επιστρέψει− είχε στραφεί αποκλειστικά στη μικρή, καθώς όλοι κρατούσαν την ανάσα τους για την επόμενη δήλωση του Περικεντέ.

— «Και τέλος, η Βίλυ Χουζούρη θα πρέπει να αλλάξει συνήθειες… και τόπο κατοικίας. Γι’ αυτό κι εγώ…»

— Συνεχίζεται —


H Βιολέτα καθώς και όλα τα πρόσωπα της ιστορίας της είναι… επινόηση της γράφουσας.
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, είναι εντελώς συμπτωματική.

Advertisements