Αχ, Βιολέτα! #2

violeta_new_02

Σύνδεση με το προηγούμενο

Γνωρίσαμε τη Βιολέτα (κάποια στιγμή, αργότερα, θα τη βρούμε και γλάστρα σε tv−show), και μάθαμε γιατί, παρόλο που παράτησε το σχολείο (που, το ίδιο, την είχε παρατήσει προ πολλού), δεν έγινε κομμώτρια ή κοπτοραπτού: διότι κέρδισε τον τίτλο της Μις Γλυκό Καλοκαιράκι 19.. κι ένας νέος δρόμος ανοίχτηκε έκτοτε γι’ αυτήν, με δεύτερο βήμα −πρώτο ήταν τα καλλιστεία− για τη «δόξα», τη φωτογράφιση στο περιοδικό Φραμπαλάς.
► Όλες οι Βιολέτες –κατηγορία μόνες τους− μαζεμένες εδώ.

• • •

Τι κι αν την έπεσε από νωρίς για ύπνο η Βιολέτα, βλέφαρο δεν έκλεινε. Γύριζε δεξιά, πιανόταν ο ώμος τηςॱ γύριζε αριστερά, “μην πλακώνεις την καρδιά” της έλεγαν από μικρή που ήτανॱ ερχόταν τ’ ανάσκελα πιανόταν ο σβέρκος της (χάρβαλο, η ωραία!), μπρούμουτα δεν μπορούσε να γυρίσει, θα ‘μενε όλη η νυκτός στο μαξιλάρι… Χέσ’ τα!
Είχε από δίπλα και τη Μέλπω!

Α, να πούμε εδώ ότι η Βιολέτα δε μεγάλωνε σε κανένα νεο−παλάτι, αλλά στον πρώτο, δίπατης κατοικίας, σε… δυτικομεσημβρινή συνοικία (ναι, ωραία, σαν προσανατολισμός διαμερίσματος μοιάζει, αλλά εμένα μου αρέσει η λέξη!)

Κάτω, στο ισόγειο, ζούσαν ο παππούς κι η γιαγιά (οι χαρούμενοι!) και ρίξαν από πάνω άλλον έναν όροφο «για το κορίτσι» (τη μαμά της Βιολέτας, δηλαδή).
Για το γιο (θείο Βιολέτας, δεν… παίζει ακόμη στο «έργο» γι’ αυτό δεν τον αναφέραμε) ούτε λόγοςॱ άλλωστε, εκείνος είχε πάει Βέλγιο (όχι επίτροπος στις Βρυξέλλες, καλέ! Πιο πίσω γυρίστε!) σε ανθρακωρυχείο…

Τέσσερα −με το ζόρι− δωμάτια, κουζίνα και λουτροκαμπινέ (sic) −WC δεν έκαναν τότε− είχε το σπίτι της Βιολέτας. Η σαλοτραπεζαρία με το σύνθετο είχε κάνει κατάληψη στα δύο εξ αυτώνॱ τ’ άλλα δύο ήταν κρεβατοκάμαρες: μια των γονιών, μια των κοριτσιών!
Ο Κούλης, ο «ρηγμένος» της υπόθεσης, κοιμόταν σε κομολί −εκείνο το έπιπλο-έκτρωμα που ανοίγει και γίνεται κρεβάτι, κλείνει και γίνεται κομό (βάζουμε και μια κανάτα με δυο μαργαρίτες πάνω!), στη σαλοτραπεζαρία! Άνοιγε το μάτι και βρισκόταν face to face με τον μπουφέ! Γύριζε πλευρό κι αντίκριζε το λαμπατέρ!

Η Μέλπω καλά βολεύτηκε, λοιπόν, στο δωμάτιο της Βιολέτας. «Δεν τη θέλω καλέ μαμά, είναι μικρή!». Γύριζε το μάτι της μικρής «δε με θέλει, γιατί καπνίζει κρυφά!»

Τώρα, είχε βαλθεί να μην αφήσει τη μεγάλη να κοιμηθεί ρούπι!
Μόλις πήγαινε η άλλη να γλαρώσει, βούταγε η Μέλπω το τσόκαρο και χτυπούσε ανύπαρκτα κουνούπια στους τοίχους!
— «Σταμάτα, μωρέ! Θα ΄χω μαύρους κύκλους αύριο στη φωτογράφιση!»
— «Κι εγώ τι φταίω; Ίσα-ίσα, καλό σου κάνω! Φαντάζεσαι να σε τσιμπήσει κουνούπι και να πας με κάνα καρούμπαλο σαν αντίδωρο;»
— «Αχ, καλά λες! Μπράβο, Μέλπω μου!», η ηλίθια!

Η μεγάλη μέρα

Violeta_02_img1

Με τα πολλά, πήγε η ώρα έξι, άρχισαν να βαράνε τα ξυπνητήρια, τζάμπα τα ‘χανε βάλει, όλοι ξύπνιοι ήταν, η κυρα−Ευθυμία δεν προλάβαινε να κόβει αγγούρια και ν’ απλώνει το γιαούρτι σε γάζες, η Μέλπω πήγε μουλωχτά να χώσει και δυο σκελίδες σκόρδο, στο τσακ την προλάβανε, ο Κούλης έστειβε πορτοκάλια κι η Βιολέτα είχε βάλει τα πόδια ψηλά, να φύγει το πρήξιμο που της κάνανε οι σκαλόρνιθοι που φόραγε για να κυκλοφορεί στο σπίτι, να βγαίνει στο μπαλκόνι ή να περιφέρεται στη γειτονιά κάθε τρεις και λίγοॱ ένα περιοδικό, ένα πακέτο τσιγάρα από το παραπέρα περίπτερο (το μακρινό!), το μανό που ‘χε παραγγείλει στη Σόφη, την καλλυντικού… Σε δουλειά να βρισκόμαστε, αρκεί να τη βλέπανε και να την καμαρώνανε που ‘χανε τέτοιαν όμορφη γειτόνισσα!

Πήγε και κομμωτήριο, την έβγαλε η Στέλλα μ’ ένα κεφάλι φούσκα πάνω − ατίθαση χαίτη–vileda κάτω, πολύ ωραία!

Στις δέκα, τη φτύσανε όλοι −να μην την πιάσει το μάτι− την έφτυσε κι η Μέλπω κανονικά και τη βουτήξανε απ’ το κοτσίδι, πάτησε τις τσιρίδες, «αφήστε με, μωρέ! Μικρό παιδάκι είμαι, μου ‘πατε να φτύσω κι έφτυσα, πού ξέρω ‘γω πώς γίνεται;» τάχα μου δήθεν.
Τη σταύρωσε η γιαγιά, ο παππούς τής έδωσε ένα παράσημο απ’ τον πόλεμο και την κονκάρδα από την Εθνική Αντίσταση για φυλαχτά, ο πατέρας της τη φίλησε στο κούτελο, η μάνα ψιθυριστά «πρόσεχε, μωρή μη σε πηδήξουνε και σε βγάλουνε στο τρυφερίτσι!» κι εκείνη, μπήκε στο ταξί του Σώτου −δικός τους άνθρωπος, ανιψιός της κυρα−Ευθαλίας (της μάνας του Σάιμον, ντε!)− και τράβηξαν για τα γραφεία του περιοδικού Φραμπαλάς.

Η Βιολέτα, ακούγοντας «γραφεία περιοδικού», νόμιζε ότι θα πάει σε κάτι που θα θύμιζε το Εθνικό Τυπογραφείο! Όχι πως είχε ιδέα τι και πώς ήταν αυτό, πόσο μάλλον να το ‘χει δει, πάντως, τα περίμενε κάπως… μεγάλα! Κάτι σαν το Hilton −αλλά με γραφεία− ένα πράγμα!

Βρέθηκε σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο κτήριο, βρώμικο κι ελεεινό, σ’ έναν, όχι ιδιαίτερα γνωστό δρόμο του Κέντρου, ταμπελάκια δεκάδες απ’ έξω «ενεχυροδανειστήριον», «ιδιωτικαί έρευναι ‘Μποντ – Λάκης Μποντ’», «μέντιουμ – αστρολόγος Τειρεσίας», «Σχολή Στενογραφίας», «ντετέκτιβ Κούρος ΚουροΣάββαΣ»…

Στο ισόγειο, ένας τύπος που βαριόταν τη ζωή του, ακαθορίστου ηλικίας, με μισοφαγωμένο μουστάκι. «Είστε του περιοδικού;» τον ρώτησε.
— «Ναι, για ‘ξώφυλλο».
— «Αχ, είστε κι εσείς για τη φωτογράφιση;»
— «Στον τέταρτο…»
— «Α! Εγώ, ήρθα για το Φραμπαλά!»
— «Στον τέταρτο είναι το περιοδικό, κοπέλα μου! Θα μας τρελάνεις εσύ! Ώχοου!»
— «Εσείς δεν είστε του περιοδικού;»

Τον είδε που αγρίευε το μάτι του, και προχώρησε. Στάθηκε έξω από τ’ασανσέρ, περίμενε…
— «Έλα, κοπελιά, στραβομάρα! Κοτζάμ χαρτί ‘ο ανελκυστήρ δε λειτουργεί’!»
— «Εγώ περιμένω τ’ ασανσέρ! Εσείς, δεν είστε του περιοδικού;»
— «Εγώ είμαι θυρωρός, το περιοδικό είναι στον τέταρτο κι εσύ πάρε τα πόδια σου κι ανέβα τις σκάλες, γιατί το ασανσέρ τίναξε τα πέταλα! Άει σιχτίρ με το κάθε παρτσακλό ‘δω μέσα!»

Επιτέλους, τέταρτος… κάθιδρη η Βιολέτα, κουρέλι, τζάμπα το αγγουράκι… Πού ‘ναι το περιοδικό; Διάδρομος αριστερά, διάδρομος δεξιά, πόρτες από ‘δω, πόρτες από ‘κει…

“Πού ‘ναι το ζώον, γαμώ το ξεσταύρι μου, έντεκα δεν της είπαμε της ηλίθιας;”

Η Βιολέτα αποφάσισε να κινηθεί προς τα ‘κει που άκουσε τη φωνή. Μάλλον, εκτός από την ίδια, περιμένανε κι άλλες για φωτογράφιση −ένα ζώον και μία ηλίθια— άρα σε καλό δρόμο βρισκόταν!

— «Γεια σας!» είπε σε μια μισόκλειστη πόρτα!
— «Έλα μέσα, μανάρι μου, δε δαγκώνουμε!»
— «Εσείς είστε οι Φραμπαλάδες;»

Έσπρωξε δειλά την πόρτα, βρέθηκε σ’ ένα δωματιάκι λίγο μεγαλύτερο από το λουτρό του σπιτιού της, με τρία γραφειάκια έτοιμα, λες, να τα μαζέψουν να φύγουν, και τρεις τύπους που την κοιτάζανε από πάνω μέχρι κάτω, σαν μπριζολίτσα γάλακτος!

Σαφώς, δεν επρόκειτο για το Hilton με γραφεία…

— «Βιολέτα Χάνου!»
— «Τόλης Κουμάσης!»
— «Ρένος Λιγούρης!»
— «Λώρης Μπεγλέρης!»
— «Βιολέτα Χάνου!», ξανά, και ξανά «Βιολέτα Χάνου!» και χα χα χα, χου χου χου.
— «Έτοιμη για τη φωτογράφιση;»
— «Πού; Εδώ θα φωτογραφηθώ;» κι αμέσως, αμόλησε την τσάντα σε μια καρέκλα και πήρε πόζα.
— «Ε, όχι βέβαια», ανέλαβε να εξηγήσει ο Κουμάσης −που, όπως φαίνεται, ήταν ο… έχων το γενικό πρόσταγμα− «η φωτογράφιση θα γίνει παραλία μεριά».
— «Θα κάνουμε και μπάνιο; Γιατί… δεν έχω πάρει μαγιό! Αχ, κρίμα το μαλλί…»
[Να πώς σκάνε τα προβλήματα από ‘κει που δεν τα περιμένει κανείς!!!]

Ο Κουμάσης, της εξήγησε πως στην πραγματικότητα επρόκειτο casting, κάτι περισσότερο από φωτογράφiση, δηλαδή, και ότι ίσως αυτή να ήταν και η αρχή μιας σημαντικής και λαμπρής καριέρας γι’ αυτήν, τη Βιολέτα Χάνου «χθες Μις Γλυκό Καλοκαιράκι, αύριο… τι;»

Εκεί που της τα χάλασε λίγο, ήταν που της είπε πως είχαν ήδη μαζευτεί κι άλλες κοπέλες, από άλλα Καλλιστεία, ακόμα κι από σχολές μανεκένॱ “όχι, ρε πούστη μου! Αθέμιτος ανταγωνισμός!”
[Ναι, ξέρω… Εδώ νεκρώνει το σύμπαν —αλλά ακόμη κι οι Βιολέτες, έχουν εκλάμψεις ευφυΐας!]

Στο μεταξύ, είχαν κατέβει κάτω, «θα πάμε με το αυτοκίνητό μου», της είπε ο Κουμάσης.
— «Και το ταξί, καλέ, τι θα το κάνω;!»
— «Διώξ’ το!»
— «Τι λέτε, καλέ, που θα διώξω το Σώτο; Ποιος θα με πάει πίσω, μετά;»
Ο οποίος Σώτος, είχε φιλήσει κατουρημένες ποδιές για να τον αφήσουν να σταθεί με τα αλάρμ πιο πέρα, «δεν περνάει ούτε πατίνι ρε φίλε από ‘δω και θες και να μπαρκάρεις;», μόνο κώλο δεν έστησε, αλλά όλα κι όλα, είχε υποσχεθεί σ’ όλη τη γειτονιά να περιμένει τη Βιολέτα όσο χρειαζόταν και να τη φέρει και πίσω, να τους πει τα καθέκαστα.

Στο μεταξύ, στη γειτονιά είχαν αρχίσει να ψήνουν, να κόβουν σαλάτες, να στήνουν τραπέζια στην πλατεΐτσα στο αδιέξοδο… για να ‘ναι όλα έτοιμα το βράδυॱ ένα μικρό γλεντάκι – έκπληξη, για τη «σταρ» τους!
Η Μέλπω σήκωσε ξαφνικά πυρετό, ο Κούλης είχε γίνει σκούπα να τρέχει και να μη φτάνει (μέχρι τώρα, μόνο υποψήφιοι γκόμενοι για τη Βιολέτα τον είχαν από κοντά, αλλά καμιά γκόμενα για πάρτη του!) κι οι… Βιολετο–γονείς, μαζί με τους παππούδες (τους χαρούμενους!) κάνανε PR!

Και τον διώξανε τον καημένο το Σώτο, «όλα για την τέχνη, Σώτο μου… Όλα για την τέχνη!», η… Βιολετέραॱ «έλα, φίλε, ξεκουβάλα! Θα στο γυρίσω εγώ το γκομενάκι», ο Κουμάσης.
Φόρτωσε άσχημα ο Σώτος −αλλά και τι να ‘κανε; Αποφάσισε να κρατήσει τους όποιους ενδοιασμούς για τον εαυτό του, δε θα ‘βγαζε αυτός το φίδι απ’ την τρύπα, όποιος έχει αμπέλια ας βάλει δραγάτες!

Violeta_02_img2

Λιγομίλητος στη διαδρομή ο Κουμάσης −ήτανε ν’ ανοίξει διάλογο με το ζωντόβολο;− προς μεγάλη απογοήτευση της Βιολέτας που τον ρωτούσε και τον ξαναρωτούσε λεπτομέρειες, ώσπου το ‘κοψε κι απήλαυσε τη διαδρομή.
Αυτό που φχαριστήθηκε μ’ όλη της την ψυχή, ήταν το τσιγαράκι της, «απ’ τα duty−free», της είπε μασημένα ο Κουμάσης, «δεν κυκλοφορούν εδώ…»ॱ της έφτιαξε τη διάθεση, την έκανε να χαλαρώσει, να ξεχαστεί, ακόμα και να μη σκέφτεται πως η μεγάλη διαδρομή την είχε ψιλοζαλίσει…

Πέρασαν Γλυφάδα, πέρασαν Βάρκιζα, πέρασαν Αγια–Μαρίνα… και κάπου στη Σαρωνίδα, χώθηκαν ανάμεσα σε κάτι δέντρα και λοιπές πρασινάδες κι η Βιολέτα αντίκρισε ίσως το πιο όμορφο σπίτι που ‘χε δει ποτέ μέχρι τότε στη ζωή της!

Προσπάθησε να ισιώσει πάνω στα τακούνια της, ακόμα το κεφάλι της γύριζε από τη διαδρομή (;), αλλά ένοιωθε τόση χαρά!

Τι κι αν σε λίγο έμπαινε Οκτώβρης; Οι μέρες ήταν ακόμη καλές κι ειδικά εκείνη η μέρα, θύμιζε γλυκό καλοκαιράκι −σαν τον τίτλο της! Η Βιολέτα το θεώρησε καλό οιωνό, πήρε α λα μπρατσέτα τον Κουμάση και πέρασε την πόρτα.

— Συνεχίζεται —


H Βιολέτα καθώς και όλα τα πρόσωπα της ιστορίας της είναι… επινόηση της γράφουσας.
Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, είναι εντελώς συμπτωματική.